Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2015

Για τα οικονομικά του Δήμου


ΑΡΘΡΟ ΔΗΜΑΡΧΟΥ 
ΓΙΑ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ


Έδεσσα, 30 Ιουνίου 2015

Πριν λίγες ημέρες είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ημερίδα της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), κατά την οποία παρουσιάστηκε και συζητήθηκε η πρόταση της ΚΕΔΕ για την οικονομική ανεξαρτησία και αυτοτέλεια των Δήμων, που κατ’ ουσία αποτελεί την έναρξη του διαλόγου για μία νέα στρατηγική σε ότι αφορά στα οικονομικά των Δήμων. Οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στη διακίνηση κεφαλαίων και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που ζούμε αυτές τις ημέρες καθιστούν επιτακτική την ανάγκη διαλόγου και επίλυσης του φλέγοντος αυτού ζητήματος, που είναι μείζονος σημασίας και επηρεάζει τις ζωές όλων των πολιτών.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι η κατάσταση με τα οικονομικά των Δήμων έχει φτάσει στο απροχώρητο, καθώς η Αυτοδιοίκηση είναι αυτή που έχει συμβάλει αποφασιστικά στην επίτευξη του στόχου για δημιουργία δημοσιονομικού πλεονάσματος με αιματηρές θυσίες, ενώ οι υπηρεσίες της κεντρικής κυβέρνησης συνεχίζουν την αλόγιστη πολιτική σπατάλης και δαπανών χωρίς αντίκρισμα παράγοντας δημοσιονομικά ελλείμματα. Είναι γνωστό ότι από την έναρξη της οικονομικής κρίσης οι πόροι της Αυτοδιοίκησης έχουν μειωθεί κατά 60% και πλέον, ενώ έχουν προστεθεί αρμοδιότητες που παλιότερα ανήκαν σε υπηρεσίες της κεντρικής Κυβέρνησης, χωρίς φυσικά την μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. Παρ’ όλα αυτά οι Δήμοι παράγουν δημοσιονομικό πλεόνασμα και συμβάλουν αποφασιστικά στην εθνική προσπάθεια για εξυγίανση των οικονομικών της χώρας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Δήμος Έδεσσας που από τη στιγμή ανάληψης των καθηκόντων μας καταφέραμε να εξοφλήσουμε τα χρέη προς τρίτους και να παρακολουθούμε χωρίς προβλήματα τις ρυθμίσεις χρεών που έχουμε κάνει, ενώ ταυτόχρονα εξοφλούμε άμεσα τις τρέχουσες υποχρεώσεις μας. Είναι άλλος ένας Δήμος που με ελάχιστους οικονομικούς πόρους καταφέρνει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και ταυτόχρονα να έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα.

Βέβαια, το γεγονός ότι μέχρι τώρα οι Δήμοι έχουν καταφέρει να ανταποκριθούν στο ρόλο τους δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι ο θεσμός εκείνος του Κράτους που «τραβάει το κάρο», ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να μην υπάρχει κρίση ή έστω με δυσανάλογες μειώσεις στα έσοδά τους και σταθερή πορεία στα έξοδά τους. Η προσπάθεια πρέπει να είναι συλλογική, αλλιώς δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα και μέχρι τώρα δεν έχουμε δει θεματικά αποτελέσματα, παρά τις θυσίες του Ελληνικού λαού.

Η αναποτελεσματικότητα που έχει επιδείξει η κεντρική εξουσία μας προβληματίζει όλους, καθώς οι πολίτες έχουν αντιληφθεί ότι η Αυτοδιοίκηση είναι αυτή που στέκεται όρθια και στηρίζει το σύστημα διοίκησης της χώρας και την κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Ειδικά σε θέματα κοινωνικής πολιτικής παρατηρείται μία άτακτη υποχώρηση του ρόλου του κεντρικού Κράτους και το κενό που έχει δημιουργηθεί προσπαθούμε να το καλύψουμε με τις λίγες δυνάμεις που έχουμε, σε συνεργασία με φορείς που δεν σχετίζονται με το Κράτος, όπως είναι η Εκκλησία.

Η Αυτοδιοίκηση είναι αυτή που παλεύει να μαζέψει τα σκουπίδια και να διατηρήσει τις υποδομές που εξυπηρετούν άμεσα την κοινωνία με ελάχιστο προσωπικό, αφού της απαγορεύεται να προσλάβει νέο προσωπικό, την ίδια ώρα που οι φορείς της κεντρικής εξουσίας βάζουν προσωπικό από το παράθυρο για να εξυπηρετήσουν μικροπολιτικά συμφέροντα ή στήνουν πανηγύρια για την επαναπρόσληψη των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών, σαν να μην είχε άλλο πρόβλημα η χώρα.

Αυτή είναι μία αδιέξοδη κατάσταση! Πρέπει να αλλάξει!

Είναι επιτακτική ανάγκη καταρχάς οι Έλληνες φορολογούμενοι να γνωρίζουν που πηγαίνουν τα χρήματά τους μέσα από ένα σύστημα απόλυτης διαφάνειας στη διαχείριση των οικονομικών, αλλά και να ανεξαρτητοποιηθεί η Αυτοδιοίκηση από την κεντρική Κυβέρνηση κόβοντας τον ομφάλιο λώρο που αποτελεί διαχρονικά την κύρια αιτία της συνδιαλλαγής και της εξάρτησης της Αυτοδιοίκησης από την κεντρική εξουσία και τα πολιτικά κόμματα. Μόνο έτσι θα πετύχουμε τη μέγιστη αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων πόρων, αλλά και τη μετατροπή των Δήμων σε πραγματικούς μοχλούς ανάπτυξης, με αυτοτέλεια στη λειτουργία τους και απόλυτη διαφάνεια στα οικονομικά τους. Μόνο έτσι ο πολίτης θα γνωρίζει ότι τα χρήματά του πήγαν στο σύστημα άρδευσης του χωριού του ή σε συγκεκριμένα έργα πολεοδομικής και αστικής ανάπτυξης της πόλης του και όχι στο πηγάδι δίχως πάτο του κρατικού προϋπολογισμού…

Σπεύδω να προλάβω σκέψεις ότι οι Δήμαρχοι προτείνουν νέους φόρους, με ένα κατηγορηματικό «όχι». Δεν μιλούμε για νέους φόρους, αλλά για ανακατανομή του υφιστάμενου φορολογικού συστήματος και την απευθείας απόδοση στους Δήμους των φόρων που τους αναλογούν, αφενός για να μην «χάνονται στο δρόμο» και αφετέρου για να σταματήσει αυτή η ιδιότυπη οικονομική εξάρτηση από την κεντρική Κυβέρνηση. 

Είμαι πεπεισμένος ότι μακροπρόθεσμα αυτό θα οδηγήσει σε μείωση της φορολογίας και η εκτίμησή μου αυτή βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, καθώς τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης η κεντρική εξουσία έχει αυξήσει δραματικά τη φορολογία των πολιτών, ενώ οι Δήμοι – παρά τις μεγάλες μειώσεις στους προϋπολογισμούς τους και την αύξηση των αρμοδιοτήτων τους – έχουν μειώσει ή έχουν κρατήσει σταθερά τα ανταποδοτικά τέλη, αναγνωρίζοντας ότι η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει μειωθεί δραστικά. Είναι σαφές ότι ο κάθε Δήμαρχος και οι συνεργάτες του δεν κάθονται στις μεγάλες καρέκλες των Υπουργείων αποφασίζοντας χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη των τοπικών κοινωνιών. Λειτουργούν διαδραστικά με τις τοπικές κοινωνίες, επειδή είναι ένα ζωντανό κομμάτι τους και όχι ένα αποκομμένο σώμα που αποφασίζει ερήμην των πολιτών γι’ αυτούς…

Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι πρέπει να αλλάξουμε την κατάσταση. Τώρα! 

Οποιαδήποτε αναβλητικότητα θα είναι σε βάρος της κοινωνίας και γι’ αυτό πρέπει σύντομα να ολοκληρωθεί αυτός ο διάλογος και να ληφθούν αποφάσεις. Η οικονομική αυτοτέλεια και ανεξαρτητοποίηση των Δήμων έναντι της κεντρικής εξουσίας θα συμβάλει αποφασιστικά στη βελτίωση της Δημοκρατίας μας, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του θεσμού, στην απόλυτη διαφάνεια της διαχείρισης των χρημάτων των πολιτών και μακροπρόθεσμα στη μείωση της φορολογίας. Τόσα χρόνια δεν έχει γίνει διότι η κεντρική πολιτική σκηνή ήθελε τον απόλυτο έλεγχο των οικονομικών και της εξουσίας που αυτός συνεπάγεται, θέτοντας την Αυτοδιοίκηση σε ρόλο κομπάρσου. Ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι και τα αδιέξοδα είναι μπροστά μας. Πρέπει να προχωρήσουμε αποφασιστικά και να λάβουμε αποφάσεις που θα μας βοηθήσουν να πάμε τη χώρα και την κοινωνία ένα βήμα μπροστά. Το οφείλουμε στις γενιές που έρχονται…

Δημήτρης Γιάννου
Δήμαρχος Έδεσσας


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Προβλήματα με την αποκομιδή απορριμμάτων λόγω έλλειψης καυσίμων

 Έδεσσα, 30 Ιουνίου 2015
Λόγω των περιορισμών που υπάρχουν στην κίνηση κεφαλαίων ο προμηθευτής καυσίμων του Δήμου Έδεσσας αδυνατεί να προμηθεύσει με καύσιμα τα οχήματά μας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί δυσλειτουργία στις κινήσεις των απορριμματοφόρων και προκαλεί αλλαγές στο πρόγραμμα αποκομιδής των απορριμμάτων.
Ως εκ τούτου παρακαλούνται οι πολίτες να κρατούν στις οικίες τους τα σκουπίδια και να αποφεύγουν κατά το δυνατόν την απόρριψή τους στους κάδους.
Καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, σε συνεργασία με τον προμηθευτή καυσίμων, για επίλυση του προβλήματος.
Ζητούμε συγγνώμη από τους πολίτες για την ταλαιπωρία τους και ζητούμε την κατανόησή τους μέχρι να επιστρέψουμε σε ομαλές συνθήκες.

Γραφείο Τύπου
Δήμου Έδεσσας


  
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΕΔΕΣΣΑΣ
για τον κίνδυνο μη υλοποίησης των χρηματοδοτούμενων έργων

Έδεσσα, 30 Ιουλίου 2015
Σε αντίστοιχη παρέμβασή μου στα μέσα Ιουνίου είχα επισημάνει ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στη χρηματοδότηση των έργων ΕΣΠΑ, καθώς ενώ τα έργα υλοποιούνται κανονικά, οι έλεγχοι και τα αιτήματα τμηματικής αποπληρωμής γίνονται κανονικά, οι πληρωμές δεν γίνονται… Οι Διαχειριστικές Αρχές δεν στέλνουν χρήματα για την αποπληρωμή των έργων, με αποτέλεσμα οι ανάδοχοι να μην μπορούν να συνεχίσουν την υλοποίηση και να προχωρούν σε διακοπή εργασιών!

Φυσικά, η έκκληση για επιστροφή στην ομαλότητα, τουλάχιστον σε ότι αφορά στην υλοποίηση των έργων ΕΣΠΑ, έπεσε στο κενό, καθώς το τελευταίο διάστημα η κατάσταση έχει εκτραχυνθεί τελείως.

Το φαινόμενο της διακοπής εργασιών στα έργα ΕΣΠΑ, που είχε ξεκινήσει πριν λίγους μήνες, έχει πάρει μορφή χιονοστιβάδας και ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι το ΕΣΠΑ – το μοναδικό αναπτυξιακό χρηματοδοτικό εργαλείο που έχουμε στα χέρια μας - σταδιακά σταματά να υλοποιείται!

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στο Δήμο Έδεσσας, που μέχρι πρότινος μπορούσαμε να είμαστε υπερήφανοι ότι είχαμε μία πολύ καλή παρουσία στο ΕΣΠΑ, έχουμε διακοπή εργασιών στα περισσότερα χρηματοδοτούμενα έργα. Υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος από έργα, στα οποία έχουμε διακοπή εργασιών, όπως η ανάπλαση της πλατείας Γρανικού και της οδού 18ης Οκτωβρίου, η ανάπλαση του Κλεισοχωρίου, η αποκατάσταση της οικίας Τσάμη με μετατροπή της σε επισκέψιμο χώρο, τα έργα εξοικονόμησης ενέργειας σε δημοτικά κτήρια, η ανάπλαση του κεντρικού άξονα του Άγρα, η αντικατάσταση και βελτίωση των δικτύων ύδρευσης σε Έδεσσα, Κλεισοχώρι και Κεδρώνα.

Είναι έργα που δημιουργούν συνθήκες για ανάπτυξη και συμβάλουν στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών, όμως έχουν σταματήσει να υλοποιούνται! Τα αποτελέσματα σήμερα είναι δυσάρεστα, όμως στο άμεσο μέλλον μπορεί να είναι δραματικά, καθώς σήμερα αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της ανεργίας των ανθρώπων που εργάζονται στα έργα αυτά και το γεγονός ότι υπάρχουν διάσπαρτα μισοτελειωμένα έργα που δημιουργούν δυσλειτουργίες στην καθημερινότητα, όμως εάν δεν καταφέρουμε να υλοποιήσουμε τα έργα στις προκαθορισμένες ημερομηνίες το κόστος τους θα πρέπει να πληρωθεί από το Ελληνικό Κράτος. Ουσιαστικά τα χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ΕΣΠΑ θα γυρίσουν πίσω στις Βρυξέλλες και εμείς θα κληθούμε να πληρώσουμε το υπόλοιπο του κόστους των έργων, όμως με την κατάσταση των οικονομικών της Ελλάδας θεωρώ ότι οδηγούμαστε σε ένα ακόμη αδιέξοδο! 

Το τραγικό της όλης υπόθεσης είναι ότι οδηγούμαστε σε αυτό το αδιέξοδο χωρίς λόγο, διότι η παρακράτηση των διαθεσίμων της εθνικής συμμετοχής στο ΕΣΠΑ και η απόδοσή τους για την ικανοποίηση άλλων αναγκών δεν μπορεί να εξηγηθεί από κανέναν λογικό άνθρωπο!

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά ήρθαν τα capital controls για να επιδεινώσουν την κατάσταση! Φυσικά, στον ιδιωτικό τομέα η ζημιά είναι τεράστια και έχει αναλυθεί, τόσο από παράγοντες της αγοράς όσο και από πολιτικά πρόσωπα. Αυτό που δεν έχει συζητηθεί είναι οι επιπλοκές των capital controls στην υλοποίηση των έργων ΕΣΠΑ. Μία σοβαρή επίπτωση είναι ότι οι διαγωνισμοί των τελευταίων έργων είναι άκαρποι, διότι οι υποψήφιοι ανάδοχοι δεν μπορούν να εκδώσουν εγγυητικές επιστολές, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ξεκινήσουν τα έργα. Πρέπει να επισημάνω ότι πρόκειται για τα τελευταία έργα της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου και ως εκ τούτου είναι εξαιρετικά πιεσμένα από χρονική άποψη και για το λόγο αυτό κάθε μέρα που χάνεται μπορεί να κοστίσει ακριβά… 

Ουσιαστικά με την μη χρηματοδότηση των υλοποιούμενων έργων και στη συνέχεια με την εφαρμογή των capital controls έχουν τοποθετηθεί πολλά κιλά εκρηκτικών υλών στα θεμέλια του ΕΣΠΑ και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποκτήσουμε μία σειρά ημιτελών έργων ή να μετακυλιστεί το κόστος υλοποίησής τους από τις Βρυξέλλες στο Ελληνικό Κράτος. Ένα Ελληνικό Κράτος που πληρώνει με δανεικά τις μισθοδοσίες και τις συντάξεις και που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτό το κόστος.

Βέβαια, θα ήταν λάθος να βλέπουμε μόνο τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα υποδομών του ΕΣΠΑ και να παραγνωρίζουμε τα προγράμματα κοινωνικού χαρακτήρα, που βελτιώνουν τις συνθήκες ποιότητας ζωής πολλών συμπολιτών μας. Τέτοια προγράμματα είναι το Βοήθεια στο Σπίτι που είναι κυριολεκτικά στον αέρα και το πρόγραμμα των Παιδικών Σταθμών που ο προϋπολογισμός του έχει μειωθεί δραστικά, όπως και τα υπόλοιπα προγράμματα λειτουργίας των υποστηρικτικών δομών! Τα προβλήματα αυτά πρέπει να λυθούν άμεσα και να υπάρξει επιστροφή στην ομαλή λειτουργία των προγραμμάτων κοινωνικού χαρακτήρα!

Τέλος, υπάρχει ένα στοιχείο που δεν σχετίζεται με το ΕΣΠΑ, αλλά δείχνει την τραγικότητα της κατάστασης. Όπως είναι γνωστό οι Δήμοι έχουν μοναδική ευκαιρία να υλοποιήσουν αναπτυξιακά έργα μέσω του ΕΣΠΑ, όμως την παρακολούθηση της καθημερινότητας και τα μικροέργα τα υλοποιούμε με τα χρήματα της ΣΑΤΑ, που είναι μέρος των θεσμοθετημένων πόρων μας. Δυστυχώς, έχουμε να λάβουμε χρήματα της ΣΑΤΑ από τον Μάρτιο, με αποτέλεσμα να αδυνατούμε να κλείσουμε και τις λακκούβες στους δρόμους!

Είναι τελείως παράλογο στη δεδομένη χρονική στιγμή, με τα τεράστια χρηματοοικονομικά και αναπτυξιακά προβλήματα, να υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε χρήματα που θα μπορούσαν να δώσουν μία ανάσα στην ανάπτυξη της χώρας.

Είναι τελείως παράλογο τη στιγμή που έπρεπε να έχουμε δώσει έμφαση στην προετοιμασία για την επόμενη προγραμματική περίοδο, εμείς να ασχολούμαστε με το αν θα πληρωθούν τα έργα της προγραμματικής περιόδου που τελειώνει. Το αποτέλεσμα θα είναι η νέα προγραμματική περίοδος με τα καινούργια αναπτυξιακά χρηματοδοτικά εργαλεία να μας βρει και πάλι ανέτοιμους, να προσπαθούμε ασθμαίνοντας να προλάβουμε τις εξελίξεις. Γιατί χωρίς επιστροφή στην κανονικότητα και την ομαλότητα, ουδείς μπορεί να σχεδιάσει για το μέλλον, πολύ περισσότερο όταν δαπανώνται οι ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι για να επιλυθούν προβλήματα που δημιούργησε η συγκεκριμένη πολιτική της μη χρηματοδότησης των έργων και της εφαρμογής των capital controls. 

Για άλλη μια φορά θέλω να τονίσω ότι πρέπει να επιστρέψουμε στην ομαλότητα άμεσα. Οι κίνδυνοι που παραμονεύουν λόγω της σημερινής κατάστασης μπορεί να επηρεάσουν τα επόμενα χρόνια και αυτό δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να το κάνουμε!

Δημήτρης Γιάννου
Δήμαρχος Έδεσσας





Σάββατο, Αυγούστου 15, 2015

Εργασίες στο Βαρόσι


Εργασίες στο Βαρόσι

Έδεσσα,11 Αυγούστου 2015

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι εργασίες ανάπλασης και βελτίωσης στο Βαρόσι, με στόχο αφενός τη βελτίωση της παραδοσιακής συνοικίας της Έδεσσας και αφετέρου την μετατροπή της σε φιλικό χώρο για τους πεζούς κατοίκους και επισκέπτες.

Ήδη τοποθετήθηκαν ειδικά κολωνάκια για την αποφυγή της στάθμευσης αλλά και την απαγόρευση εισόδου στα στενά του Βαροσίου και τα αποτελέσματα είναι ορατά, βελτιώνοντας όχι μόνο την αισθητική αλλά και τη λειτουργικότητα της παραδοσιακής συνοικίας.

Ακόμη, παρεμβάσεις γίνονται στο μικρό αμφιθέατρο της περιοχής, με στόχο την καλύτερη αξιοποίησή του για μικρές εκδηλώσεις και ενημέρωση επισκεπτών, ενώ σε σημείο της οδού Μακεδονομάχων – απέναντι από το σημείο που τοποθετήθηκε το άγαλμα του μπαξεβάνη με το γαϊδουράκι και την κατσίκα - θα δημιουργηθεί ένας μικρός επιδεικτικός λαχανόκηπος.

Τέλος, έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθεί η συνεισφορά όλων των εμπλεκομένων, όπως είναι οι κάτοικοι της συνοικίας που συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια, αλλά και η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, που με δική της μέριμνα προχωρά σε καθαρισμό του αρχαιολογικού χώρου δίπλα στην Αγία Σκέπη. 


Γραφείο Τύπου
Δήμου Έδεσσας



Τετάρτη, Αυγούστου 12, 2015

Σύσκεψη για τη Βεγορίτιδα


Σύσκεψη για τη Βεγορίτιδα


Με την παρουσία του αρμόδιου Υπουργού Περιβάλλοντος κ. Γιάννη Τσιρώνη, πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη για τη στάθμη της λίμνης Βεγορίτιδας στην αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αμυνταίου. 

Στη σύσκεψη, που συμμετείχε ο Δήμαρχος Έδεσσας κ. Δημήτρης Γιάννου, συμμετείχαν ο Βουλευτής Πέλλας κ. Γιάννης Σηφάκης, ο Βουλευτής Φλώρινας κ. Κώστας Σέλτσας, ο Περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας κ. Θόδωρος Καρυπίδης, ο Αντιπεριφερειάρχης Φλώρινας κ. Στέφανος Μπίρος, ο Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας κ. Θόδωρος Θεοδωρίδης, ο Δήμαρχος Αμυνταίου κ. Κώστας Θεοδωρίδης, ο Αντιδήμαρχος Βεγορίτιδας κ. Χρήστος Βερικούκης, εκπρόσωποι φορέων και πολίτες. 

Η σύσκεψη πραγματοποιήθηκε σε συνέχεια της απόφασης του Υπουργού να μην υπάρξει καμία παρέμβαση στη στάθμη της Βεγορίτιδας μέχρι να ολοκληρωθούν και γίνουν αποδεκτές από τα αρμόδια όργανα οι σχετικές μελέτες. Μέσα από τη σύσκεψη φάνηκαν οι διαφορετικές προσεγγίσεις των φορέων, όμως η περιβαλλοντική προστασία και η βελτίωση των χαρακτηριστικών της λίμνης φαίνεται ότι αποτελούν την κυρίαρχη άποψη στην τοπική κοινωνία και τους φορείς.

ΔΗΜΟΣ ΕΔΕΣΣΑΣ 
Γραφείο Δημάρχου


Θέσεις για τη λίμνη Βεγορίτιδα και το ζήτημα της στάθμης της
Έδεσσα, 4 Αυγούστου 2015 

Το τελευταίο διάστημα ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν την τοπική κοινή γνώμη ήταν αυτό της στάθμης της λίμνης Βεγορίτιδας.
Η λίμνη Βεγορίτιδα μετά από δεκαετίες υποχώρησης και ταπείνωσης της στάθμης της έχει αρχίσει να ανακαταλαμβάνει κάποια από τα εδάφη που είχε παλιότερα. Σήμερα η στάθμη της λίμνης βρίσκεται στα 515,5 μέτρα από το υψόμετρο της στάθμης της θάλασσας. Στο επίπεδο αυτό δεν απειλούνται ανθρωπογενείς δραστηριότητες, εκτός φυσικά από τις αγροτικές καλλιέργειες των εκτάσεων που είχαν αποκαλυφθεί από τη μείωση της στάθμης της λίμνης και τώρα καλύπτονται και πάλι από το νερό. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί «απειλή» διότι οι εκτάσεις αυτές ήταν λίμνη και τώρα ξαναγίνονται λίμνη. Όποιοι θεωρούν ότι οι εκτάσεις αυτές τους ανήκουν είναι εκτός πραγματικότητας.
Φυσικά, υπάρχουν φωνές – κυρίως από το γειτονικό Νομό Φλώρινας και το Δήμο Αμυνταίου – που επιθυμούν την περαιτέρω ταπείνωση της στάθμης της λίμνης προκειμένου κάποιοι να συνεχίσουν να καλλιεργούν τις εκτάσεις που είχε αποκαλύψει παλιότερα η λίμνη Βεγορίτιδα και ενδεχομένως να αποκαλυφθούν και νέες, διότι η απληστία είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους…
Εδώ υπάρχει μία σύγκρουση συμφερόντων. Από τη μία είναι το κοινωνικό σύνολο που επιθυμεί την αύξηση της στάθμης της λίμνης Βεγορίτιδας σε επίπεδο που να μην θίγει ανθρωπογενείς δραστηριότητες και ταυτόχρονα να μπορεί να είναι ένα υγιές οικοσύστημα, ενώ από την άλλη είναι κάποιοι μεγαλοαγρότες που καλλιεργούν τις διανεμημένες ή καταπατημένες ιδιαίτερα εύφορες αποκαλυφθείσες εκτάσεις της Βεγορίτιδας. Είναι σίγουρο ότι υποχωρώντας η λίμνη άφησε τεράστιες εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν για κάποια χρόνια, όμως αυτό πρέπει να το δούμε ως ένα ιδιότυπο «χρησιδάνειο» για όσους τις καλλιέργησαν και όχι ως μόνιμη κατάσταση. Οι καλλιεργητές δεν πρέπει να προβάλουν το γεγονός ότι χάνουν χρήματα τώρα που η λίμνη επανακτά τις εκτάσεις αυτές, αλλά να σκέφτονται ότι κέρδισαν χρήματα για κάποια χρόνια καλλιεργώντας τις συγκεκριμένες εκτάσεις.
Το κακό είναι ότι πολλές από τις εκτάσεις αυτές είναι «φορτωμένες» με λιπάσματα και φυτοφάρμακα, καθώς καλλιεργήθηκαν για πολλά χρόνια και ενδεχομένως επηρεάσουν τα χαρακτηριστικά της λίμνης, όμως η φύση ξέρει να γιατρεύει τις πληγές της.
Σπεύδω να επισημάνω ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε να εννοηθεί ότι οι αγρότες μολύνουν το περιβάλλον. Είναι η κοινωνική ομάδα που δουλεύει σκληρά κάτω από αντίξοες συνθήκες, ζει αρμονικά με το περιβάλλον και εργάζεται μέσα στη φύση, γεγονός που τους καθιστά τους καλύτερους οικολόγους. Για μένα είναι δεδομένο ότι τόσο οι αγρότες, όσο και τα μέλη του Συλλόγου Προστασίας Βεγορίτιδας, που πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την προστασία της λίμνης, βρίσκονται από την ίδια πλευρά του αγώνα για προστασία του περιβάλλοντος και οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Όλοι μας καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει μία ισορροπία που είχε διαταραχθεί και σιγά σιγά επανέρχεται. Επειδή στις μικρές κοινωνίες που ζούμε δεν έχουμε την πολυτέλεια των διαχωρισμών, πιστεύω ότι όλοι μας πρέπει να συμφωνήσουμε στη βέλτιστη δυνατή λύση για το επίπεδο της λίμνης.
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι τα τελευταία χρόνια εκπονείται μία διαχειριστική μελέτη, που ανατέθηκε πριν πολλά χρόνια από τους Δήμους Αμυνταίου και Έδεσσας. Εμείς δεν παραλάβαμε τη μελέτη αυτή διότι έχουμε βασικές αντιρρήσεις στον τρόπο προσέγγισης του θέματος και δεν μπορούμε να δεχθούμε τα ανώτατα όρια στάθμης που θέτουν κάποιοι άλλοι. Δεν μπορεί κανένα μελετητικό γραφείο ή κανένας άλλος Δήμος να μας αναγκάσει να ακολουθήσουμε συγκεκριμένες πολιτικές που αποδεδειγμένα συμβάλουν στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, προκειμένου να δημιουργηθούν χωράφια! Η πολιτική αυτή είναι επικίνδυνη για τις επόμενες γενιές. Δεν γίνεται να καταστρέφουμε ό,τι δημιούργησε η φύση για να δημιουργήσουμε χωράφια.
Καλώ όποιον έχει άλλη άποψη να προσπαθήσει να εξηγήσει σε οποιονδήποτε Ευρωπαίο – αξιωματούχο ή απλό πολίτη – ότι είναι σωστό να αποξηράνουμε ή να μειώσουμε δραστικά την έκταση μίας λίμνης όπως η Βεγορίτιδα για να δημιουργήσουμε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Στην καλύτερη περίπτωση θα τον στείλει σε ψυχιατρική κλινική και στη χειρότερη θα τον θεωρήσει εχθρό της κοινωνίας και ένοχο για πράξεις που αντιβαίνουν το κοινωνικό συμφέρον.
Ο Δήμος Έδεσσας από την πρώτη στιγμή είχε ξεκάθαρη και ομόφωνη θέση να προστατέψουμε το κοινωνικό συμφέρον. Μία μεγάλη και υγιής Βεγορίτιδα μπορεί να αποτελέσει πηγή πλούτου για τις τοπικές κοινωνίες με την ανάπτυξη τουριστικών δραστηριοτήτων. Η οικονομική ανάπτυξη δεν σταματά στην καλλιέργεια χωραφιών… Για τον σκοπό αυτό σκοπεύουμε να ξεκινήσουμε ένα σχέδιο για την ανάπτυξη των παραλίμνιων περιοχών με υποδομές για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που θα συμβάλουν στην αειφορική ανάπτυξη της περιοχής.
Φυσικά δεν μπορούμε να χωρίσουμε τη λίμνη στα δύο και να προστατεύσουμε το «δικό μας» κομμάτι και γι’ αυτό πρέπει να συνεργαστούμε με τους γείτονές μας. Είμαι σίγουρος ότι η δύναμη των επιχειρημάτων είναι μεγαλύτερη από αυτή των συμφερόντων και γι’ αυτό το λόγο είμαι αισιόδοξος ότι θα βρεθεί σημείο επαφής για να κάνουμε μία συλλογική προσπάθεια προστασίας της λίμνης και του κοινωνικού συμφέροντος.
Πέρα απ’ όλα αυτά η σημερινή κατάσταση είναι ένα πολύ καλό μάθημα για όλους μας και δείχνει ότι η φύση προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές που δημιούργησε ο άνθρωπος τις προηγούμενες δεκαετίες. Αν δεν μπορούμε να τη βοηθήσουμε τουλάχιστον ας την αφήσουμε να κάνει τη δουλειά της και να μην την εμποδίζουμε δημιουργώντας καινούργιες πληγές!

Δημήτρης Γιάννου
Δήμαρχος Έδεσσας



Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2015

Χυδαία προσβολή της μνήμης των εθνομαρτύρων Άγρα-Μίγγα


Χυδαία προσβολή της μνήμης 
των εθνομαρτύρων Άγρα-Μίγγα

Σε ιστοσελίδα ατόμου φιλοσκοπιανών αντιλήψεων που υποδύεται τον δημοσιογράφο και σε περιγραφή των εκδηλώσεων μνήμης των Μακεδονομάχων Άγρα-Μίγγα εμφανίσθηκε το παρακάτω σχόλιο του φανατικού ακροαριστερού εθνομηδενιστή  και όργανου της σκοπιανής προπαγάνδας που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με το ψευδώνυμο Πέτρος Νικολαΐδης:

κατάπτυστες εκδηλώσεις ελληνοεθνικιστικού αντιμακεδονικού μίσους....που τιμούν τους ξενόφερτους μισθοφόρους του ελληνικού κράτους για τις ληστείες , δολοφονίες και βιασμούς τους...εναντίον των επαναστατών γηγενών μακεδόνων και τοπικών βλάχων, οι οποίοι πολεμούσαν τους τούρκους κατακτητές... διεκδικώντας όπως οι κάτοικοι του Μοριά, μια ανεξάρτητη και αδιαμέλιστη Μακεδονία...για αυτά τους τα εγκλήματα δίκαια οι μακεδόνες και οι βλάχοι επαναστάτες τους κρέμασαν σε μια καρυδιά στο μακεδονικό χωριό Τέϊβο Βόντεν - Έδεσσας...σε αντίθεση με μερικούς σημερινούς μακεδόνες και βλάχους, οι οποίοι για ιδιοτελείς λόγους , δοσιλογικά πιστοί στον χρεοκοπημένο ελληνικό εθνικισμό , τους τιμάνε...ντροπή τους...


Αξίζει να σημειωθεί ότι πίσω από το ψευδώνυμο κρύβεται γνωστός Φλωρινιώτης δημόσιος υπάλληλος διορισμένος στην Έδεσσα, που μισθοδοτείται κανονικότατα από το ελληνικό κράτος! Όσο για τον ψευτοδημοσιογράφο που επέτρεψε να εμφανισθεί το κατάπτυστο αυτό σχόλιο χωρίς να αντιδράσει, εξαφάνισε, κατά παράβαση κάθε έννοιας δημοσιογραφικής δεοντολογίας, από την παρουσίαση των παραβρεθέντων και δεν ανέφερε το παραμικρό για τον κεντρικό ομιλητή των εκδηλώσεων μνήμης Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη και την τεκμηριωμένη ομιλία του, που απέσπασε τα θερμά συγχαρητήρια των παραβρεθέντων, με την φαιδρή δικαιολογία ότι «η ομιλία ήταν εκτός θέματος» διότι ο ομιλητής με αφορμή το γεγονός της δολοφονίας των Άγρα-Μίγγα προχώρησε σε αποδόμηση της φιλοσκοπιανής προπαγάνδας και αποκάλυψε τους στόχους της!


Επίσης, «ξέχασε» να αναφέρει και την παρουσία στην εκδήλωση του Δημάρχου Αμπελοκήπων-Μενεμένης και σχετικά πρόσφατα εκλεγέντος Προέδρου της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας κ. Λάζαρου Κυρίζογλου, ο οποίος μάλιστα αναγγέλθηκε από τα μεγάφωνα όταν κατέθεσε στεφάνι, πιθανότατα λόγω του γεγονότος ότι έχει κατ’ επανάληψη αντικρούσει ανοιχτά την φιλοσκοπιανή προπαγάνδα. 



Σχετικά με τις φτηνές δικαιολογίες περί «εκτός θέματος» που επικαλέσθηκε ο εν λόγω «δημοσιογράφος», θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Δήμαρχος Τριφυλίας κ. Παν. Κατσίβελας, αφού συνεχάρη θερμά τον κ. Ευαγγελίδη, τον προσκάλεσε να είναι ο κεντρικός ομιλητής στα επόμενα «Αγαπήνεια» που διοργανώνει με λαμπρότητα κάθε χρόνο στην πόλη των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας (τόπο καταγωγής του εθνομάρτυρα Σαράντου Αγαπηνού/Τέλλου Άγρα) ο Δήμος και οι τοπικοί φορείς. Επίσης, τον κ. Ευαγγελίδη προσκάλεσε και ο Δήμαρχος Αμπελοκήπων-Μενεμένης και Πρόεδρος της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας κ. Λάζαρος Κυρίζογλου να είναι ο κεντρικός ομιλητής στις εκδηλώσεις του Δήμου για την ημέρα του Μακεδονικού Αγώνα τον ερχόμενο Οκτώβριο. Πρόσκληση τέλος, για διάλεξη με αντικείμενο τα θέματα της Μακεδονίας έγινε και από τον Σύλλογο Μεσσηνίων Μακεδονίας-Θράκης «Ο Καπετάν Άγρας». Οι προσκλήσεις έγιναν αμέσως αποδεκτές με προθυμία και ευχαρίστηση.

Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη:

Εκδήλωση Εθνικής Μνήμης
των  Μακεδονομάχων Άγρα-Μίγγα
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Την νύχτα της 5ης Ιουνίου 1907, Βούλγαροι κομιτατζήδες συλλαμβάνουν με ύπουλο, δόλιο τρόπο, τον καπετάν Άγρα και τον Αντώνη Μίγγα. Αφού τους διαπόμπευσαν ως δήθεν αιχμαλώτους, δεμένους και ξυπόλυτους, στα χωριά της περιοχής, ώστε να αναπτερώσουν το ηθικό των τρομοκρατημένων οπαδών τους, τους απαγχόνισαν μεταξύ των χωριών Τέχοβο (Καρυδιά) και Βλάδοβο (Άγρας). Η δολοφονία όμως του καπετάν Άγρα και του Αντώνη Μίγγα, αντί να φοβίσει, αντίθετα ξεσηκώνει τους Έλληνες. Πλήθος αξιωματικών και άλλων εθελοντών ζητάει να πάει στην Μακεδονία. Θέλουν να εκδικηθούν το θάνατο των δολοφονημένων προδοτικά παλληκαριών. Λίγες μέρες αργότερα, ο Γκιώργκη Κασάπτσε, που πρωτοστάτησε στην παγίδευση  και στο βασανισμό του Τέλλου Άγρα, εξοντώνεται από το σώμα του καπετάν Αμύντα, ενώ ο βοεβόδας Ζλατάν δέχεται 9 σφαίρες από το Μάνλιχερ και το Γκρά των αδελφών Τόλιου. Τα γεγονότα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας.
Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν εδώ, εμείς οι ζωντανοί, που ζούμε στην ελεύθερη πια Μακεδονία, για να αποτίσουμε φόρο τιμής και αιώνιας ευγνωμοσύνης, όπως κάθε χρόνο, στους αλησμόνητους εκείνους νεκρούς μας. 
Ημέρα εθνικής μνήμης σήμερα, θλιβερή επέτειος εκείνου του αιματηρού επεισοδίου του Μακεδονικού Αγώνα πριν από 108 χρόνια. Με την ευκαιρία θα ήθελα να ‘πω τούτο:
Συχνά ακούω ή διαβάζω, δυστυχώς ακόμη και σε σχολικά εγχειρίδια, για τον «μακεδονικό αγώνα του 1904-1908»! Απαντώντας, θέλω να τονίσω ότι ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε μια αργόσυρτη, οδυνηρή και πολυαίμακτη διαδικασία που κορυφώθηκε την περίοδο 1904-1908 και αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα. Ας μη την αλλοιώνουμε.
Στο κάλεσμα της Πατρίδας για την υπεράσπιση της Μακεδονίας προσήλθε ολόκληρος ο ελληνισμός. Παλληκάρια από τον Μωριά, την Ρούμελη, την Κρήτη, την Ήπειρο, την Θεσσαλία, την Κύπρο, τα Επτάνησα αγωνίστηκαν και έχυσαν το αίμα τους για την Μακεδονία, με πρωτομάρτυρα, την αρχετυπικά ηρωϊκή μορφή του Παύλου Μελά, τους ύπουλα δολοφονημένους Άγρα και Μίγγα και τόσους άλλους. Τιμούμε την μνήμη τους και δεν λησμονούμε τις θυσίες τους. Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να αγνοούμε και την τεράστια προσφορά των ιδίων των Μακεδόνων Ελλήνων στον αγώνα, που την πλήρωσαν με ποταμούς αίματος. Εκείνο που ελάχιστα έχει συνειδητοποιηθεί είναι το γεγονός ότι εάν ο ντόπιος πληθυσμός πίστευε ότι δεν ήσαν Έλληνες, αλλά Βούλγαροι, αγνοώ εάν το αποτέλεσμα του αγώνα θα ήταν το ίδιο.
Την ταραγμένη λοιπόν και χαοτική εκείνη περίοδο, που περιγράψαμε προηγουμένως, άρχισε να καλλιεργείται το ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού», καθώς και η πλαστή εθνοτική ταυτότητα των ανύπαρκτων «Σλαβομακεδόνων»,  εφευρήματα που αξιοποιήθηκαν αργότερα από την βουλγαρική προπαγάνδα στην εξυπηρέτηση των εδαφικών της βλέψεων. 
Όπως αναφέρω σε σχετικά πρόσφατο βιβλίο μου:
«Η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει όσους "Μακεδόνες Σλάβους" έθεσαν το ζήτημα της χωριστής (από την βουλγαρική) "σλαβικής μακεδονικής" εθνότητας, ως "όργανα του Μακεδονισμού της σερβικής εθνικής προπαγάνδας". Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σερβική προπαγάνδα υιοθέτησε ως τακτική κατά την περίοδο 1870-1890 τον Μακεδονισμό για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους της Μακεδονίας την διάθεση απόσχισης από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και κυρίως να τους απομακρύνει από την βουλγαρική γλώσσα, εκκλησία και εκπαίδευση. Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μακεδονισμός υπήρξε δημιούργημα μεγαλοσερβικών πολιτικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Επισημαίνουν ακόμα ότι η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό». 
Στην συνέχεια βέβαια τον «μακεδονισμό» τον υιοθέτησαν και οι ίδιοι οι Βούλγαροι, με θλιβερά αποτελέσματα. Τέλος, ο μακεδονισμός υιοθετήθηκε και από τον οπερεττικό εκείνον αυτοδιορισμένο «στρατάρχη», για να εξυπηρετήσει τους δικούς του σχεδιασμούς και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να υφιστάμεθα τις συνέπειες μέχρι τώρα.
 Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που επιθυμώ να τονίσω είναι και η χρησιμοποίηση του γλωσσικού παράγοντα ως οχήματος εδαφικών διεκδικήσεων και επεκτατισμού. Αξίζει να επιμείνουμε λίγο παραπάνω στο θέμα αυτό. Εκείνο, που και επιστημονικώς πλέον είναι αδιαμφισβήτητο, αποτελεί η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας, σε αντίθεση με τις παραδοχές παλαιότερων εποχών. 
Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασσικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι ουδεμία σχέση επιθυμούν να έχουν με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθοδόξους όμως Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα Σερβοκροατικά) ή ακόμα πιο χαρακτηριστικό, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά και παρ’ όλα αυτά ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέλη ενός διαφορετικού έθνους.
Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ορισμένες πραγματικότητες, που αγνοούνται ή αποσιωπούνται:
Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε τεράστιες πολυεθνικές αυτοκρατορίες (πολυεθνικές, αλλά ποτέ πολυ-πολιτισμικές, όπως έχει διευκρινίσει η Ελληνίδα Βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ), αχανή Βασίλεια, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, αλλά συχνότατα υπέστη και επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους στρατούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). 
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο ένα σλαβογενές ιδίωμα, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. 
Ως δίγλωσσος λοιπόν, γηγενής Μακεδόνας Έλλην θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Και για να μη υπάρχει οποιαδήποτε παρανόηση επαναλαμβάνω: Είμαι ντόπιος Μακεδόνας Έλληνας, με αυτήν ακριβώς την σειρά.
Το πρώτο αποτελεί την τοπική πολιτιστική μου ταυτότητα, το δεύτερο την γεωγραφική μου ταυτότητα και το τρίτο την εθνική μου ταυτότητα.
Και αν θέλετε να συνεχίσω, είμαι Ευρωπαίος και όχι Αφρικανός, Αμερικανός ή Ασιάτης.
Ορισμένοι αδυνατούν να ξεκαθαρίσουν μέσα τους αυτές τις απλές πραγματικότητες με αποτέλεσμα να διακατέχονται από πλήρη σύγχυση και αποπροσανατολισμό, που δυστυχώς συχνά οδηγεί στην εξωμοσία ή ακόμα και στην προδοσία.
Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις:
«...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες (δεν είμαστε όλοι εμείς λιγότερο Έλληνες) και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...».
Ξεκαθαρίζω ότι δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα με κάποιον συντοπίτη μου, εάν πιστεύει ότι δεν είναι Έλληνας και θεωρεί ότι είναι Βούλγαρος, Σέρβος, Αλβανός ή εξωγήινος. Όταν όμως ακούω κάποιον να ισχυρίζεται ότι είναι «μακεντόνετς» το θεωρώ ως προσωπική προσβολή, όπως υποθέτω το ίδιο θα εξοργιζόταν ο καθένας μας εάν κάποιος ξένος πήγαινε στο σπίτι του, στρογγυλοκαθόταν και άρχιζε να διαλαλεί ότι είναι δικό του.
Και για να τελειώνουμε. Όπως συχνά επαναλαμβάνω:
"…Στον ελληνισμό, μετέχει κάποιος εθελουσίως. Είναι τιμή και ευθύνη η ελληνική ταυτότητα. Η ελληνικότητα δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται και αποδεικνύεται με αγώνες, θυσίες και ήθος. Πρόκειται για θεϊκό χάρισμα και όχι για καταναγκασμό. Ο ελληνισμός κανέναν δεν παρακαλάει. Όποιος δεν θέλει να είναι Έλληνας, κακό του κεφαλιού του. Ας αρκεσθεί στη μίζερη και ελεεινή σκοπιανή ιδιότητα ή ας παραμείνει στην πνευματική αναξιοπρέπεια του κακώς εννοούμενου τοπικισμού και της γκρίνιας για τα κονδύλια. Αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την κρατική απραξία, ούτε για να εθελοτυφλούμε μπροστά στον κίνδυνο από τη διείσδυση των πρακτόρων. Χρειάζεται συνεχής άμυνα και αντίσταση. Αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αποδίδουμε στους αργυρώνητους νεοκομιτατζήδες κάποια ιδιότητα φοβερού και τρομερού μαζικού κινήματος αφελληνισμού. Εάν σώσουμε το όνομα της Μακεδονίας, οι πρακτορίσκοι πιθανότατα θα εξαφανισθούν μία για πάντα. Θα τους καταπιεί η ίδια η Ιστορία…".
Κλείνω, με τα λόγια του μεγάλου εκείνου Μακεδόνα Έλληνα, του Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος χάθηκε τόσο πρόωρα, δολοφονημένος άνανδρα από πολιτικούς του αντιπάλους, από το βιβλίο του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα»:
«Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε...» 

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
Έδεσσα-Καρυδιά
7 Ιουνίου 2015


Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Για την σπουδαιότητα της γλώσσας

Ο γεννημένος στην Αυστρία Λουδοβίκος Βιττγκεστάϊν (Ludwig Wittgenstein, 1889 – 1951) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία.

Για την σπουδαιότητα της γλώσσας
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Έχει υποστηριχθεί και υποστηρίζεται ακόμη από ορισμένους "προοδευτικούς" κύκλους γλωσσολογούντων η θεωρία της "εργαλειακότητας" της γλώσσας, δηλ. ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα απλό μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. 
Δυστυχώς, αυτή η λογική και η νοοτροπία της "ήσσονος προσπάθειας" που καλλιεργήθηκαν στην Εκπαίδευση από βολεμένους συνδικαλιστές και κομματικούς εγκάθετους, έπληξαν ανεπανόρθωτα την Παιδεία, παράγοντας στρατιές αγραμμάτων και ημιμαθών, υποβιβάζοντας συστηματικά το μορφωτικό επίπεδο των νεοελλήνων, πιθανότατα για την ευκολότερη πολιτική χειραγώγησή τους. Η υψηλού επιπέδου εκπαίδευση περιορίστηκε δραματικά και έγινε προνόμιο των γόνων των ευπορότερων ομάδων του πληθυσμού, παρά τις ευσυνείδητες προσπάθειες των εκπαιδευτικών των δημοσίων σχολείων. Οι ίδιοι κύκλοι μάλιστα ισχυρίζονται ξεδιάντροπα ότι "η αριστεία είναι στίγμα" και επομένως καταδικαστέα κοινωνικά και πολιτικά! Η άποψη αυτή διακηρύχθηκε, παρά τις εκ των υστέρων διορθώσεις, από τον ίδιο τον Υπουργό ...Παιδείας της "πρώτης φοράς αριστερής" Κυβέρνησης. Προφανώς, χαμηλής νοημοσύνης και αγράμματοι μουζίκοι είναι πολύ ευκολότερο να διαχειρισθούν και να διοικηθούν.
Το συγκλονιστικό άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου στην εφημερίδα "Καθημερινή" (24-5-2015) με τίτλο "Το τέλος της ελληνικής γλώσσας", που υπάρχει στην προηγούμενη ανάρτηση αυτού του ιστολογίου, επανέφερε επιτακτικά το πρόβλημα στην επικαιρότητα.
Με αφορμή τα παραπάνω θεώρησα ότι επιβάλλεται να υπενθυμίσουμε κάποιες αλήθειες, οι οποίες παραποιούνται, όταν δεν αποσιωπούνται, για την σπουδαιότητα της γλώσσας, ατομικά και συλλογικά.
Όπως έχει τονιστεί: 
"Η γλώσσα είναι μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, αφού χάρη σ' αυτή ο άνθρωπος ανέπτυξε τον λόγο που αποτελεί τη βάση του πολιτισμού. 
Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου, κατά τον Wittgestein. Αυτό σημαίνει, γνωρίζω τον κόσμο όσο μου επιτρέπουν οι γλωσσικές μου ικανότητες- επικοινωνώ με τον κόσμο και τα πράγματα στον βαθμό που έχω τις γλωσσικές προϋποθέσεις. Οι δυνατότητες της διάνοιας του ανθρώπου εξαρτώνται από το επίπεδο της γλώσσας που είναι σε θέση να μεταχειρίζεται. Γιατί ο άνθρωπος του οποίου οι γλωσσικές δυνατότητες είναι περιορισμένες δεν μπορεί ούτε να εκφράσει αυτό που σκέπτεται ούτε να σκεφθεί ολοκληρωμένα. Αναγκαστικά, βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε ένα στενό και ασφυκτικό γλωσσικό πλαίσιο που δεν του δίνει τη δυνατότητα να σκεφθεί ολόπλευρα και σε βάθος. Η απαιτητική, ποιοτική και αποτελεσματική επικοινωνία είναι ζήτημα που σχετίζεται με τη γλωσσική υποδομή του καθενός. Η γλωσσική καλλιέργεια υπηρετεί και στηρίζει άμεσα και αποτελεσματικά την ανάπτυξη της σκέψης και των πνευματικών δεξιοτήτων του ανθρώπου, ενώ «η σκέψη η απογυμνωμένη σε γνώση γίνεται ουδέτερη και χρησιμοποιείται ως απλό προσόν στις ειδικές αγορές εργασίας αυξάνοντας την εμπορική αξία της προσωπικότητας» [Χορκχάϊμερ, Μ., Αντόρνο, Τ. 1986, Διαλεκτική του διαφωτισμού (μτφρ. Ζ. Ζαρίκας), Αθήνα, Ύψιλον, σ. 226]. 
Η πνευματική απελευθέρωση του ατόμου, συνεπώς, σχετίζεται άμεσα με τις γλωσσικές δεξιότητες που έχει αναπτύξει, ενώ το γλωσσικό υπόβαθρο του καθενός, ατόμου ή λαού, σηματοδοτεί την πνευματική του εμβέλεια. 
«Οι γλώσσες», επισημαίνει ο καθηγητής Χρίστος Τσολάκης (1995), «είναι τα μπόγια των λαών. Ψηλώνουν με το ψήλωμα και συρρικνώνονται με τη συρρίκνωση των σκέψεων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατόν οι πολιτισμοί και οι σκέψεις να προάγονται και οι γλώσσες να φθίνουν. Αυτό και το αντίστροφο του αποκλείονται. Στην τεχνολογία οι λαοί, στην τεχνολογία και οι γλώσσες, στην ποίηση οι λαοί, στην ποίηση και οι γλώσσες». 
[Σημ. ΔΕΕ: Θεωρώ υποχρέωσή μου να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι ο αείμνηστος Γλωσσολόγος Χρίστος Τσολάκης, που με τιμούσε με την φιλία του, ήταν από τους ελάχιστους, δυστυχώς, πανεπιστημιακούς που αγωνιούσε για την πορεία των γλωσσικών πραγμάτων στην χώρα μας και κυρίως είχε το ανάστημα και το σθένος να παραδέχεται και τις δικές του ευθύνες, σε αντίθεση με κάποιους αμετανόητους.]
Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για παιδεία και εκπαίδευση χωρίς να αναφερθεί στη γλώσσα, που είναι φορέας μορφωτικών αγαθών και στην οποία στηρίζεται το εκπαιδευτικό σύστημα. Το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας επηρεάζει κατ' ανάγκη το επίπεδο της παιδείας και της εκπαίδευσης, δεδομένου ότι οι δύο αυτές μορφωτικές διαδικασίες στηρίζονται κατά βάση στον διάλογο, και ο διάλογος στον λόγο, η ποιότητα του οποίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γλωσσική κατάρτιση του καθενός. 
Αφού, λοιπόν, από τη γλώσσα εξαρτάται η παιδεία και η εκπαίδευση και αφού η παιδεία είναι ένα κοινωνικό αγαθό και ταυτόχρονα δικαίωμα του πολίτη, εξυπακούεται ότι η γλωσσική καλλιέργεια είναι κοινωνικό αγαθό, όρος απαραίτητος τόσο για την πολιτική, κοινωνική, ηθική, αισθητική διαπαιδαγώγηση του πολίτη όσο και για την επιστημονική και επαγγελματική του κατάρτιση. 
[…] 
Η σωστή γλωσσική παιδεία που θα προσφέρει το σχολείο εγγυάται και τη διαφύλαξη της γλωσσικής μας ταυτότητας και κληρονομιάς. Οι γλώσσες, όπως είναι γνωστό, φθείρονται και απειλούνται. Ας μην ξεχνούμε πως 5.000 περίπου διάλεκτοι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα λόγω της αποικιοκρατίας. Ο κίνδυνος αυτός είναι ορατός ιδιαίτερα σήμερα εξαιτίας της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας που απειλεί τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες. Εκτός αυτού, υπάρχει ακόμη ένας κίνδυνος που δημιουργείται με την κακομεταχείριση και στρέβλωση των λέξεων, γεγονός που συμβαίνει, όταν οι ποικιλώνυμες εξουσίες, μικρές ή μεγάλες, θέλουν να υπηρετήσουν ανομολόγητες σκοπιμότητες ή να προπαγανδίσουν..."

(Σ. Γκλαβάς, Εκπαίδευση και ποιότητα στο ελληνικό σχολείο: Πρακτικά διημερίδων, Αθήνα, Ίδρυμα Ευγενίδου, 20-21 Μαρτίου 2008 & Θεσσαλονίκη, Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ, 17-18 Απριλίου 2008, 33-47)

Για την περίφημη πρόταση του Λουδοβίκου Βιττγκεστάϊν, η οποία περιέχεται στο σπουδαίο και μοναδικό φιλοσοφικό του έργο Tractatus Logico-Philosophicus (Πρόταση 5.6), που κυκλοφόρησε αρχικά στην Γερμανία το 1921 αξίζει να αναφερθούν ορισμένες λεπτομέρειες. 
Η αρχική πρόταση διατυπώθηκε στα γερμανικά: Die Grenzen meiner Sprache bedeuten die Grenzen meiner Welt και συνήθως μεταφράζεται στα αγγλικά ως: The limits of my language mean the limits of my world.
Για την μετάφρασή της στα ελληνικά και το νόημά της έχουν αναφερθεί, μεταξύ πολλών άλλων, και τα εξής:
"...Μιλώντας για τον Wittgenstein, θέλω να επισημάνω ότι έχει μείνει στη γλωσσολογία για το περίφημο –έτσι το έχω αποδώσει εγώ στα Ελληνικά– «η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» (στην πραγματικότητα η κατά λέξη μετάφραση είναι : «Τα όρια τής γλώσσας μου ορίζουν τα όρια τού κόσμου μου»). Είπε, δηλαδή, ευθαρσώς ως φιλόσοφος ότι ο κόσμος μου είναι τόσος και τέτοιος όσο μπορώ να τον εκφράσω γλωσσικά. Ό,τι άλλο έχω μέσα μου και δεν μπορώ να το εκφράσω, αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει και γι’ αυτό είναι καλύτερα να σιωπώ. 
Γλωσσολογική προέκταση αυτής της ρήσης είναι ότι τα πάντα περνούν μέσα από τη γλωσσική επεξεργασία, μέσα από τον γλωσσικό κόσμο τού καθενός. Ένα τρίτο που είπε ο Wittgenstein έχει σχέση με τη σημασία. Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα στη γλωσσολογία είναι να ορίσει κανείς τη σημασία μιας λέξης. Η θέση τού Wittgenstein είναι ότι σημασία είναι η χρήση που έχει μια λέξη. Το σύνολο των χρήσεων είναι η σημασία. Πρακτικώς, πήγε στο επικοινωνιακό κομμάτι της εφαρμογής. Κι από την άλλη μεριά, είναι αυτός που είπε ότι αυτά που λέμε με τη γλώσσα πρέπει να επαληθεύονται ή να διαψεύδονται, γιατί η γλώσσα είναι λογική και υπόκειται σε συνθήκες αληθείας κ.λπ. 
Αυτά για να θυμόμαστε και τη σχέση της φιλοσοφίας με τη γλώσσα.
[Από το βιβλίο των Δ. Νανόπουλου – Γ. Μπαμπινιώτη «Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία. Μια συν-ζήτηση» (Αθήνα 2010, εκδ. Καστανιώτη), σελ. 81-82]

Το μόνο που έχω να προσθέσω στα παραπάνω δεν είναι άλλο από το Σολωμικό: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;», που οφείλουμε να το ενστερνισθούμε όλοι μας...

ΔΕΕ



Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2014

Περί της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων προβληματισμοί


Περί της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών 
και ιδιωμάτων προβληματισμοί

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

  1. Εισαγωγή
Τα τελευταία χρόνια γράφονται και ακούγονται πολλά γύρω από το ζήτημα της διδασκαλίας των «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων.
Δεδομένου ότι το θέμα δεν είναι απλά επιστημονικό και εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και εθνικό, θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη να ξεκαθαριστούν θεμελιώδεις αρχές και παράμετροι και να γίνει ευρύτερα κατανοητό με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε.
Πριν αναφερθούμε σε οτιδήποτε οφείλουμε να διευκρινίσουμε κάποιους βασικούς όρους, ώστε να αποφευχθούν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις.

  1. Γλώσσες, διάλεκτοι, βοηθητικές γλώσσες
Ένα από τα σημαντικά (και πρακτικά ανεπίλυτα) προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για την διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια το γλωσσικό μέσο επικοινωνίας ενός πληθυσμού χαρακτηρίζεται διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα;
Η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί μέχρι προσφάτως με αποτέλεσμα σημαντικό ρόλο να παίζουν άλλοι παράγοντες π.χ. πολιτική βούληση. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βάϊνράϊχ:«Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς την σημασία του πολιτικού / κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα. Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (language continuum), αλλά και με την χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache - Abstandsprache – Dachsprache [1], δανεισμένων από την Γερμανική γλώσσα.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα. Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, πέρα από τις κύριες ή γηγενείς  γλώσσες (primary or native languages), που συνιστούν οι λεγόμενες βοηθητικές/συμπληρωματικές γλώσσες(auxiliary languages). Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής «φυσικής» γλώσσας (σε αντιδιαστολή με διάφορες τεχνητές, όπως η Εσπεράντο, η Volapük κ.λπ.) είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίγκουα Φράγκα (Lingua Franca)[2], κατά λέξη «Φράγκικη γλώσσα».
Δεν πρέπει πάντως να συγχέεται με ταφραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τουςΛεβαντίνους (=δυτικοευρωπαίοι εγκατεστημένοι στην Εγγύς Ανατολή) της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά (ή σύμφωνα με άλλη, εγκυρότερη εκδοχή[3], με καθοδήγηση της Καθολικής Εκκλησίας). Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν ταφραγκοχιώτικα, κάτι ανάλογο με τα σημερινά greeklish.
Συνώνυμος με τον όρο Λίγκουα Φράγκα είναι και ο όρος Vehicular Language, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε δευτερεύουσα γλώσσα, ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες χωρίς να είναι η μητρική τους π.χ. τα Αγγλικά είναι (επίσημη) δευτερεύουσα γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.
Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (contact language) είναι και τα λεγόμενα Pidgin English ή απλώς Pidgin, «σπαστά Αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό. Σήμερα ως pidgin ορίζεται γενικώς ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.
Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε Κρεολή γλώσσα (Creole language)[4].

  1. Μειονοτικές γλώσσες και γλωσσικές μειονότητες
Σύμφωνα με την Γλωσσολογία και ειδικότερα τον κλάδο της Κοινωνιο-Γλωσσολογίας «μειονοτικές γλώσσες» αποκαλούνται οι γλώσσες, διάλεκτοι ή ιδιώματα που ομιλούνται από λιγότερο του 50% του πληθυσμού μιας χώρας, είναι δηλαδή το γλωσσικό όργανο μιας μειοψηφίας των μελών ενός έθνους-κράτους.[5]
            Κατά μία άποψη: «...η ύπαρξη μειονοτικής γλώσσας δεν στοιχειοθετεί απαραίτητα και την ύπαρξη γλωσσικής μειονότητας ή εν γένει μειονοτικής ομάδας. Γι' αυτό επινοήθηκε ένας ευρύτερος όρος -στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης- που σχετικοποιεί ακόμη περισσότερο τις "μειονοτικοποιημένες" γλώσσες. Σύμφωνα με αυτόν, μιλάμε για “λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες”...».[6] 
                Τι είναι όμως η «γλωσσική μειονότητα»; Σύμφωνα με τον κλασσικό ορισμό της Καθηγήτριας Guadalupe Valdés του Πανεπιστημίου Στάνφορντ (Stanford University - Stanford, California), γλωσσικές μειονότητες θεωρούνται οι «μη κυρίαρχες» κοινωνικά ομάδες και διαφοροποιούμενες εθνο-γλωσσικά από την «κυρίαρχη» πλειονότητα του πληθυσμού μιας χώρας, από την οποία επιδιώκουν ίση και συγκεκριμένου τύπου μεταχείριση προκειμένου να διατηρήσουν τα γλωσσικά και εθνοτικά τους χαρακτηριστικά.[7]
Κατ’ άλλους (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος, 1997, σ. 14) οι γλωσσικές μειονότητες ορίζονται ως «ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες, βασιζόμενες στην εσωτερική τους συνοχή και τους δεσμούς που συνδέουν τα μέλη, με πρωτεύοντα ρόλο να παίζει η μειονοτική γλώσσα».[8]
Οι γλωσσικές μειονότητες διακρίνονται σεγηγενείς ή αυτόχθονες και σε αλλογενείς. Στην πρώτη περίπτωση, αναφερόμαστε σε μια κοινότητα ανθρώπων που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα κοινά γνωρίσματα, μεταξύ των οποίων και η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Τα μέλη αυτής της κοινότητας είναι εγκατεστημένα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου ζούσαν οι πρόγονοί τους (ιστορικά) για αιώνες. Κάνουν χρήση διαφορετικής γλώσσας από εκείνη της πλειονότητας, από την οποία μάλιστα, πιστεύουν ότι διαφοροποιούνται γενικότερα. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν οι διάφορες μεταναστευτικές ομάδες (π.χ. προσωρινοί ή μόνιμοι μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά.), οι οποίες διαφέρουν εθνο-γλωσσικά από την «κυρίαρχη» ομάδα της χώρας υποδοχής.[9]
Παρατηρούμε μια (σκόπιμη;) αοριστία και ασάφεια γύρω από τους παραπάνω ορισμούς με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και ο μέσος πολίτης να δυσχεραίνεται στην κατανόηση των διαφορών μεταξύ «μειονοτικών γλωσσών» και «γλωσσικών μειονοτήτων» και να του δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις.
Από την άλλη, η υιοθεσία του όρου «λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες» θεωρώ ότι είναι προτιμότερη και πολιτικά ουδέτερη, ώστε να επιτρέπει προσεγγίσεις χωρίς παρανοήσεις ή αυθαίρετες παραπομπές σε εθνικά ζητήματα.

  1. Αλλόφωνες ομάδες στον ελλαδικό χώρο
Στην ελληνική επικράτεια εντοπίζονται αλλόφωνεςομάδες πληθυσμού, οι οποίες σύμφωνα με τις κατά καιρούς καταγραφές ομιλούν τις παρακάτω γλώσσες, διαλέκτους και ιδιώματα:
α. Η τουρκική γλώσσα των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, που αποτελεί την μόνη μειονότητα, η οποία προστατεύεται από την Συνθήκη της Λωζάνης και συναποτελείται από τρεις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, τους  αυτοπροσδιοριζόμενους ως Τούρκους (εξισλαμισθέντες ελληνικοί πληθυσμοί στην πραγματικότητα), τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους. Οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης προβλέπουν μια σειρά υποχρεώσεων για την Ελλάδα και δικαιωμάτων για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Οι αποδέκτες των δικαιωμάτων αυτών προσδιορίζονται βάσει της θρησκείας τους και μόνο, ενώ κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελεύθερη χρήση της μητρικής γλώσσας δημόσια, ιδιωτικά ή κατά τις λατρευτικές εκδηλώσεις, στο δημόσιο σχολείο, σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σε ορισμένες δικαστικές διαδικασίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τουρκική γλώσσα υπήρξε όργανο επικοινωνίας και των τουρκόφωνων Ελλήνων προσφύγων (καραμανλίδικα) από την Μ. Ασία που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1922.
β. Η Πομακική, η διάλεκτος των Πομάκων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, η οποία διατήρησεαρχέγονα σλαβικά στοιχεία και είχε διαφορετική εξέλιξη από την κοινή βουλγαρική. Είναι διάλεκτος προφορικής παράδοσης και θεωρείται σλαβική ποικιλία με δάνεια λεξιλογικά στοιχεία πολύ πρόσφατα, τόσο από την ελληνική όσο και από την τουρκική. Οι πομακόφωνοι ακολουθούν πιο εύκολα από τους τουρκόφωνους τη μέση εκπαίδευση σε ελληνικά σχολεία και όχι σε μειονοτικά, καθώς και ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση σε ελληνικά ιδρύματα και όχι σε ομόβαθμα ιδρύματα της Τουρκίας. Οι Πομάκοι βρίσκονται σε μια ιδιάζουσα θέση, καθώς δεν προστατεύονται ως μειονότητα από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία αναφέρεται αορίστως σε μουσουλμάνους, με αποτέλεσμα και  η διάλεκτός τους να μη τυγχάνει οποιασδήποτε ρυθμιστικής αντιμετώπισης και προστασίας, καθώς τα πολύ ισχυρότερα τουρκικά μονοπώλησαν το θεσμικό και θρησκευτικό πλαίσιο γλωσσικής προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας.
γ. Η Ρομανές, των τσιγγάνων (Αθίγγανων)/γύφτων/Ρομά, που αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση διαλέκτου και αυτό συμβαίνει διότι ομιλείται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο δεν αποτελεί ένα ενιαίο γλωσσικό όργανο, αλλά ένα μείγμα από πολλές διαλέκτους και ιδιώματα που σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές, ώστε να δυσχεραίνουν κατά πολύ την επικοινωνία μεταξύ των ομιλητών τους. Η Ρομανές αποτελεί μακρυνότατοαπόγονο της γλώσσας ή των γλωσσών που μιλούσαν ορισμένοι κάτοικοι της βόρειας Ινδίας πριν από δέκα περίπου αιώνες, οι οποίοι για άγνωστους μέχρι τώρα λόγους αναγκάστηκαν ν’ ακολουθήσουν μια μακρόχρονη πορεία προς τα δυτικά, υιοθετώντας τη νομαδική ζωή και ζώντας στο περιθώριο των κοινωνιών στις χώρες εγκατάστασής τους. Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της ρομανές που μιλούν σήμερα οι Ρομά προέρχονται κατά βάση από ορισμένες γλώσσες της βόρειας Ινδίας (παντζάμπι, χίντι, νεπάλι κ.ά.) και έχουν δεχτεί έντονες επιδράσεις από τις γλώσσες της Ασίας (περσικά, αραβικά, τουρκικά), της ανατολικής Ευρώπης (αρμένικα, ελληνικά, ρουμάνικα), αλλά και της δυτικής. Οι μουσουλμάνοι Αθίγγανοι της Ελλάδας, ως μέλη της αναγνωρισμένης, ως θρησκευτικής, μουσουλμανικής μειονότητας, εντάσσονται και αυτοί όπως και οι Πομάκοι σε μια διαδικασία αλλαγής της γλωσσικής τους συμπεριφοράς υπέρ της τουρκικής, πράγμα που λειτουργεί ως προπομπός τη ταύτισης των δύο μειονοτήτων ως προς την εθνοτική και την εθνική ταυτότητα. Οι ρομανόφωνοι της Κομοτηνής χρησιμοποιούν κατ’ αποκλειστικότητα την τουρκική στην καθημερινή τους επικοινωνία, ενώ η μητρική τους γλώσσα σχεδόν έχει εκτοπισθεί. Στα μειονοτικά σχολεία, στον τομέα της διοίκησης και εργασίας χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα. Η χρήση της Ρομανές από χριστιανούς Αθίγγανους επιτελεί πρωτευόντως λειτουργίες αναγνώρισης και διάκρισης μεταξύ των μελών της τσιγγάνικης κοινωνίας, τόσο σε ενδοφυλετικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δευτερευόντως δε καθαρά επικοινωνιακές λειτουργίες με το περιβάλλον τους, καθώς οι ανάγκες επικοινωνίας με τον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας εξυπηρετούνται από την ελληνική γλώσσα.
δ. Η Αρμενική, η γλώσσα της εθνικής μειονότητας των Αρμενίων, η οποία έχει ημιεπίσημη σχεδόν αναγνώριση και μαζί με την Τουρκική είναι οι μόνες μειονοτικές γλώσσες στις οποίες εκδίδονται έντυπα. Στα τρία αρμενικά δημοτικά σχολεία και στο αρμενικό γυμνάσιο της Αθήνας διδάσκεται η αρμενική γλώσσα, η ιστορία και τα θρησκευτικά. Στην παλαιοτέρα μεγαλύτερη αρμενική κοινότητα της Θεσσαλονίκης και σε πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης με αρμενικές κοινότητες λειτουργούν σχολεία κάθε Σάββατο πρωί. [10]
ε. Η Λαντίνο (ισπανοεβραϊκά), η γλώσσα που μιλούσαν κυρίως πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, ενώ σήμερα περιορίζεται μόνο στα μέλη της μικρής πια εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Αποτελεί διάλεκτο της ισπανικής που μιλούσαν οι κάτοικοι της περιοχής της Καστίλλης (Ισπανία), απ’ όπου ήρθαν το 1492 οι Σεφαρδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Μεταπολεμικά, το μεγαλύτερο ποσοστό των ομιλητών της Λαντίνο μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη και το Ισραήλ. Η ισραηλιτική κοινότητα στην Ελλάδα έχει προωθήσει τη διδασκαλία της μειονοτικής αυτής γλώσσας σε ιδιωτικά σχολεία που έχουν ιδρυθεί. Η Λαντίνο περιέχει αρκετά λεξιλογικά στοιχεία από την Εβραϊκή, την Τουρκική, την Ελληνική και άλλες γλώσσες, ωστόσο ακολουθεί τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της εβραϊκής.
στ. Η Αρμανική (Βλάχικα), που αποτελεί μια λατινογενή γλώσσα των βλαχόφωνων Ελλήνων και χρησιμοποιείται σε περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Αιτωλοακαρνανίας και της Μακεδονίας. Σύμφωνα με άλλη άποψη, περισσότερο ευλογοφανή, είναι ιδίωμα/διάλεκτος της κοινής λατινικής επί ελληνικού υποστρώματος και επομένως δεν θεωρείται γλώσσα που χρειάζεται προστασία. Οι ίδιοι οι χρήστες αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι, Αρωμούνοι ή Βλάχοι. Ο όρος Βλάχικα υποδηλώνει ότι είναι μια αυτόνομη γλώσσα, διαφορετική από την Ρουμανική, που είναι και αυτή λατινογενής γλώσσα της Βαλκανικής. Κι αυτό αιτιολογείται, καθώς υπάρχει έλλειψη γεωγραφικής συνάφειας αλλά και διότι καθεμία εξελίχθηκε και επηρεάστηκε ανεξάρτητα, τα Βλάχικα από την Ελληνική και τα Ρουμανικά από τα Σλάβικα, τα Ιταλικά και τα Γαλλικά. Τα Βλάχικα δεν ακολούθησαν την πορεία των υπόλοιπων λατινογενών γλωσσών, οι οποίες ανέπτυξαν το γλωσσικό τους όργανο σε επίσημη γλώσσα.Υπήρξε ανέκαθεν γλώσσα/διάλεκτος/ιδίωμα προφορικής συνεννόησης, η οποία χρησιμοποιήθηκε εκ παραλλήλου με την ελληνική ως όργανο ενδο-ομαδικό μόνο. Τα Βλάχικα, θεωρήθηκαν περιέργως από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου ως διάλεκτος της Ρουμανικής και σε μια επίδειξη απίστευτης πολιτικής επιπολαιότητας, στις 15-5-1913 αναγνώρισε τους βλαχόφωνους Έλληνες ως ρουμανική (!) μειονότητα στην Ελλάδα και  επί πλέον παρεχώρησε το δικαίωμα στην ρουμανική κυβέρνηση να ανοίξει σχολεία, όπου αντί των Βλάχικων διδάσκονταν η ...Ρουμανική γλώσσα! Οι μετέπειτα διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, οι μεμονωμένες αυτονομιστικές ενέργειες ορισμένων δωσιλόγων στην διάρκεια της Κατοχής, η έλλειψη μαθητών, καθώς και η διακοπή χρηματοδότησης των σχολείων από τη Ρουμανία, συνέτειναν στη παύση κάθε ενδιαφέροντος από την πλευρά του ελληνικού κράτους.
ζ. Η Αρβανίτικη,  που χρησιμοποιείται κυρίως από κατοίκους της Βοιωτίας, της Αττικής, της Αργολιδοκορινθίας, της επαρχίας Λοκρίδος της Φθιώτιδας, της Καρυστίας της Εύβοιας και μερικών νησιών. Υπάρχουν όμως και νησίδες αρβανιτοφώνων στην Β. Ελλάδα. Τα Αρβανίτικα είναι εξέλιξη της νότιας διαλέκτου της μεσαιωνικής Αλβανικής (τοσκική) που μιλούσαν αλβανόφωνοι Έλληνες, που προωθήθηκαν νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν στις προαναφερθείσες περιοχές τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (14ος-15ος). Η χρήση του όρου «Αρβανίτικα» υποδηλώνει ότι είναι διαφορετική γλώσσα από τα Αλβανικά. Η μη γραπτή παράδοση που χαρακτηρίζει τα Αρβανίτικα, σε αντίθεση με τα Αλβανικά, ενισχύει τη διάκριση ανάμεσα στις δύο γλώσσες, παρά το γεγονός ότι είναι δυνατή, έστω και με δυσκολία, η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ομιλητών τους. Η Αρβανίτικη είναι και αυτή γλώσσα προφορικής παράδοσης, ενώ δεν καλλιέργησε λογοτεχνική παράδοση, πλην της αρβανιτόφωνης δημοτικής ποίησης. Η πολιτιστική, εθνική και πολιτική ταύτιση των Αρβανιτών με τους Έλληνες κάνει τα Αρβανίτικα πολύ ευάλωτα,  διότι έχουν υποστεί μεγάλη επίδραση από την ελληνική γλώσσα, ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο και τείνουν να εξαφανιστούν καθώς οι νέες γενιές δεν τα μιλούν πια. [11]
η. Τα εντόπια/εντόπικα, το ιδίωμα των σλαβόφωνων Ελλήνων της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Δεν απέκτησαν ποτέ γραπτή μορφή. Για τα εντόπια/ εντόπικα υπάρχει η μονογραφία «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΓΗΓΕΝΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» (Τα εντόπικα/εντόπια ή μακεδονικό πίτζιν) - Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση, όπου επιχείρησα να διερευνήσω την προέλευση αυτού τουιδιώματος και τους λόγους  υιοθέτησής του, όχι μόνον από ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά και από αλλόφωνες πληθυσμιακές ομάδες της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας (βλαχόφωνοι, αρβανιτόφωνοι, Ρομά, Τούρκοι). [12]

  1. Εθνομηδενιστικοί φενακισμοί και φύλλα συκής
Εδώ και χρόνια διάφοροι γλωσσολόγοι του γραφείου, πολύξεροι προφεσσόροι κάθε κατηγορίας και επιπέδου, γλωσσολογούντες άσχετοι, ανίδεοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί, επιμένουν να αποκαλούν τα εντόπια/εντόπικα «σλαβομακεδονικά»! Το απαράδεκτο με αυτήν την αυθαίρετη ονοματοδοσία, χαρακτηριστική περίπτωση αυταρχικού ετεροκαθορισμού, είναι ότι όλοι οι παραπάνω «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους», σε κάθε ευκαιρία, με κορώνες περί «αυτοπροσδιορισμού» και άλλων τοιούτων «προοδευτικών» κραυγών, ενώ παράλληλα, ακόμη και οι αυτοπροβαλλόμενοι ως «ειδικοί» όχι μόνον  αγνοούν πλήρως αυτό το ιδίωμα(ουδείς είναι ομιλητής του), αλλά είναι και ανίκανοι να αντιληφθούν τις συνέπειες και τα «παρελκόμενα» αυτής της στάσης τους. Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι πουσυνειδητά το ονομάζουν έτσι, γνωρίζοντας πολύ καλά το τι κάνουν, αλλά αυτοί ενεργούν σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Εάν λοιπόν όλοι αυτοί ερωτηθούν για το πώς πρέπει να ονομάζονται οι χρήστες αυτού του ιδιώματος, υποθέτω ότι η αυθόρμητη απάντησή τους λογικά θα είναι: «Μα προφανώς, Σλαβομακεδόνες»!
Όπως μάλιστα γράφει στον πρόλογο της Β΄ έκδοσης του διαβόητου βιβλίου του «Λεηλασία φρονημάτων», ο συνταξιούχος πλέον (ευτυχώς!) Καθηγητής Ιστορίας των νεωτέρων χρόνων του ΑΠΘΙωάννης Σ. Κολιόπουλος, συνεργάτης και ομόσταυλος του γνωστού και μη εξαιρετέου Θάνου Βερέμη (στον οποίον μάλιστα και το αφιέρωσε!): «...Προκρίθηκε αντί του αδόκιμου όρου “Σλαβόφωνοι Έλληνες“ της πρώτης έκδοσης, ο όρος “Σλαβομακεδόνες“ της Ελλάδος, ο οποίος φαίνεται να είναι γενικότερα αποδεκτός, με την έννοια ότι το πρώτο συνθετικό είναι δηλωτικό του τόπου διαμονής τους και το πρώτο συνθετικό της πιθανής καταγωγής τους».[13]
            Με λίγα λόγια, ο υπερτιμημένος αυτός «επιστήμονας», υπονοεί ότι:
α. Δεν υπάρχουν σλαβόφωνοι που να είναι Έλληνες, γι’ αυτό και ό όρος είναι αδόκιμος, δηλ. λανθασμένος,
β.  Ισχυρίζεται ότι ο όρος «Σλαβομακεδόνες» είναι γενικότερα αποδεκτός, χωρίς να μας αποκαλύπτει από ποιούς, προφανώς από τους ανήκοντες στον προαναφερθέντα συρφετό,
γ. Ισχυρίζεται ότι οι σλαβόφωνοι της Ελλάδος είναι σλαβικής καταγωγής και για να προλάβει τις αντιδράσεις προτάσσει και ένα κουτοπόνηρο «πιθανής»!
δ. Τέλος, ολοκληρώνοντας τις ήκιστα σοβαρές τοποθετήσεις του, αναφέρεται στον παραπάνω Πρόλογο, λίγες σειρές πιο κάτω, σε «Τουρκόφωνους Πόντιους», αφήνοντας τους αναγνώστες με την απορία τι ακριβώς εννοεί: ότι η (βεβαιωμένα ελληνική) διάλεκτος των Ποντίων είναι τουρκική; Και σίγουρα αυτό εννοεί διότι αναφέρεται και αλλού (π.χ. στην σελ. 202 του Α΄ τόμου) σε «Τουρκόφωνους Χριστιανούς του Πόντου», που «ξερριζώθηκαν από τις εστίες τους το 1922» θεωρώντας προφανώς ότι όλοι οι Πόντιοι είναι τουρκόφωνοι!   
Το εξοργιστικό με το εν λόγω πόνημα είναι ότι η πρώτη έκδοσή του έχει ...τιμηθεί με το Βραβείο 1994 της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία βεβαίως δεν περιείχε τα όσα ...χαριτωμένα αναφέρει στον Πρόλογο της Β΄ έκδοσης!
            Οι μόνες δικαιολογίες που ευσταθούν για την απόφαση αυτήν είναι είτε ότι ουδείς έκανε τον κόπο να το διαβάσει είτε ότι όσοι το διάβασαν αγνοούσαν παντελώς πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις και την προϊστορία των διαδραματισθέντων στον χώρο της Μακεδονίας.
   Τέλος, το εντελώς εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι όλοι αυτοί οι «μακεδονολογούντες» (μεταξύ αυτών και ο λαλίστατος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Μπουτάρης), προτείνουν τα Σκόπια να ονομαστούν Σλαβομακεδονίακαι η γλώσσα σλαβομακεδονική! Επομένως και οι κάτοικοι της Σλαβομακεδονίας θα πρέπει λογικά να ονομαστούν Σλαβομακεδόνες. Ποιοι όμως θα είναι αυτοί οι «Σλαβομακεδόνες»; Κάποιο ξεχωριστό έθνος ή εθνοτική ομάδα; Κατά τον Δήμαρχο, ναί. Για την επιστήμη, ασφαλώς όχι. Σλαβομακεδόνες ουδέποτε υπήρξαν στον πραγματικό κόσμο, παρά μόνον στα μυαλά εκείνων που κατασκεύασαν και αποδέχονται τις παλαιότερες τριτοδιεθνιστικές φαντασιώσεις (KKE) και τις σημερινές σκοπιανές ανοησίες. Υπενθυμίζω όμως ότι υπάρχουν πανεπιστημιακοί που ήδη χρησιμοποιούν τον όρο «σλαβομακεδονική γλώσσα» αναφερόμενοι στην τεχνητά κατασκευασμένη το 1944 «γλώσσα» των Σκοπίων στην οποία συμπεριλαμβάνουν και τα εντόπια/ εντόπικα!
Συμπερασματικά: Σλαβομακεδόνες ως διακριτή εθνότητα ουδέποτε υπήρξαν, άρα δεν υπάρχει και σλαβομακεδονική γλώσσα, διάλεκτος, ιδίωμα  ή οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει αντίθετα μια κατασκευασμένη[14το 1944 για πολιτικούς λόγους και σκοπιμότητες εκσερβισθείσα εν μέρει βουλγαρική διάλεκτος που εξελίχθηκε στην σημερινή σκοπιανή γλώσσα με την βοήθεια όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων (Σχολεία, Πανεπιστήμια, Ινστιτούτα, κρατική γραφειοκρατία, εφημερίδες, έντυπα, ραδιοφωνία, τηλεόραση) και η οποία ουδεμία γλωσσολογική ή ιστορική σχέση έχει με τα εντόπια.
            Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προσωπικές μου απόψεις ή κάποιων «ακραίων» ελληνικών κύκλων (βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες»)[15], αντίθετα είναι αυτονόητα και κοινός τόπος σε διεθνές επίπεδο, όπως επιβεβαιώνει, για παράδειγμα, δημοσίευμα της σημαντικής και εγκυρότατης γαλλικής εφημερίδας «Le Figaro» (Λε Φιγκαρό). [16]
Υπενθυμίζω ότι ο κακόφημος αυτός όρος, «Σλαβομακεδόνες», προέκυψε ως συνέπεια των αποφάσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (ΒΚΟ) στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, οι οποίες επικυρώθηκαν οριστικά από το 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς a.k.a.Κομιντέρν  (17-6 έως 8-7-1924), που δέχθηκε ως ορθό και επαναστατικό (!) το σύνθημα της ΒΚΟ για "ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη". Η θέση αυτή υιοθετήθηκε πλήρως στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του τότε ΣΕΚΕ (Κ) που διεξήχθη από 26-11-1924 έως 3-12-1924, με την επικράτηση της γραμμής Πουλιόπουλου, ο οποίος κατέλαβε τη θέση του γενικού γραμματέα και το ΣΕΚΕ(Κ) μετονομάσθηκε σε ΚΚΕ.  Αυτή η εγκληματική απόφασηείναι η βασική πηγή όλων των δεινών που μας κατατρύχουν μέχρι σήμερα στο συγκεκριμένο ζήτημα, για την οποία το κόμμα του «εργαζόμενου λαού» όχι μόνον ουδέποτε απολογήθηκε, αλλά απεναντίας αναμασά κατά καιρούς, είτε το ίδιο είτε οι πολυώνυμες παραφυάδες του.

  1. Η ερμηνεία της αλλοφωνίας ελληνικών πληθυσμών
Από τα παραπάνω λοιπόν γλωσσικά όργανα, η Τουρκικήτων μουσουλμάνων  της Δυτ. Θράκης, η Ρομανές των τσιγγάνων, η Αρμενική και η Λαντίνο ομιλούνται από αλλοεθνείς που συνιστούν «γλωσσικές μειονότητες», δηλ. γλωσσικά μέσα επικοινωνίας  μειονοτικών ομάδων.
Η Πομακική αποτελεί μια ενδιάμεση και αμφιλεγόμενη περίπτωση δεδομένου ότι οι ομιλητές της, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, ήσαν ορεσίβιοι πληθυσμοί που εξισλαμίσθηκαν και σίγουρα δεν είναι τουρκικής καταγωγής.
Τα αρβανίτικαβλάχικα και εντόπια/εντόπικατέλος, υπήρξαν γλωσσικά μέσα ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι για διαφόρους λόγους, κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς ή απλής επιβίωσης, υποχρεώθηκαν να αλλοφωνήσουν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και συνθήκες.
Όπως έχω υποστηρίξει και επαναλαμβάνω σε κάθε ευκαιρία:
«...Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε πολυεθνικές (αλλά ποτέ πολυπολιτισμικές, όπως τονίζει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ) αυτοκρατορίες, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, υπέστη επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους λαούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας...»[17]
Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις: «...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...», δηλαδή με άλλα λόγια,  «Μπορεί να μιλάμε ελληνικά, βλάχικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε λιγότερο Έλληνες και εις ουδένα επιτρέπουμε να αμφισβητεί την ελληνικότητά μας».

  1. Διδασκαλία «μειονοτικών γλωσσών»: Ανάγκη ή πρόσχημα;
Μετά τα παραπάνω ενημερωτικά, ελπίζω, ας έρθουμε στο ζητούμενο, την απαίτηση ορισμένων κύκλων για την διδασκαλία των αρβανίτικωνβλάχικων και εντόπιων/εντόπικων. Επαναλαμβάνω ότι το θέμα δεν είναι καθόλου  επιστημονικό και εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και εθνικό.
Τι ακριβώς επιδιώκουν αυτοί οι κύκλοι, που καθοδηγούνται από ξένα κέντρα αποφάσεων;Απλούστατα να υλοποιήσουν αυτά που επιδιώκουν συστηματικά εδώ και δεκαετίες (περιορίζομαι στην μεταπολεμική περίοδο, το φαινόμενο είναι πολύ παλαιότερο), δηλ. την κατασκευή εύκολα χειραγωγούμενων μειονοτήτων ως όργανα άσκησης της εξωτερικής τους πολιτικής και των γεωπολιτικών τους επιδιώξεων.
Προς επίτευξη των στόχων τους χρησιμοποιείται κάθε μέσον, συνήθως χρηματικής φύσεως, που συχνά μεταμφιέζεται για να γίνει πιο εύπεπτο σε υποτροφίες, οικονομικές επιχορηγήσεις, μόνιμες προσκλήσεις για συμμετοχή σε «διεθνείς επιτροπές», περίεργα Συνέδρια, Ημερίδες, «επιμορφώσεις» κλπ, ενώ παράλληλα αξιοποιούν με κάθε ευκαιρία και τους κάθε κατηγορίας πρόθυμους συνοδοιπόρους (αφελείς ή λιγότερο αφελείς), που μετατρέπονται σε φερέφωνά τους, πιστεύοντας ότι εξυπηρετούν υψηλότερα «ιδανικά», ιδεολογικά, επιστημονικά, ανθρωπιστικά κλπ, κλπ. Βεβαίως, δεν λείπουν παραδείγματα προκλητικών επεμβάσεων, με «ειδικούς απεσταλμένους», «ανεξάρτητους παρατηρητές», με «εκθέσεις» για την κατάσταση των μειονοτήτων που ενδιαφέρουν και σε συγκεκριμένες πάντα περιοχές.
Χαρακτηριστικό εν προκειμένω παράδειγμα αποτελεί η σκανδαλώδης περιοδεία στον βορειοελλαδικό χώρο της Γκέι Μακ Ντούγκαλ, «ανεξάρτητης Εμπειρογνώμονος» του ΟΗΕ σε θέματα μειονοτήτων, τον Σεπτέμβρη του 2008, η οποία αναζητούσε μανιωδώς «μακεδονικές» και «τουρκικές» μεινότητες, ενώ για την ελληνική μειονότητα στα Σκόπια, στην Ίμβρο - Τένεδο και στην Β. Ήπειρο δήλωσε «αναρμόδια». Λεπτομέρειες υπάρχουν εδώ: http://www.zougla.gr/politiki/article/sta-moulokta-sinantisi-aksiomatouxou-tou-oie-me-katapiesmenous-makedones και εδώ: http://hellenicrevenge.blogspot.com/2008/09/h-gay-mcdougall.html .
                Έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω ας εξετάσουμε το μόνιμο αίτημα κάποιων «εκπροσώπων» υπό κατασκευή μειονοτήτων στον ελλαδικό χώρο και των «κολαούζων» τους, «προοδευτικών» προφεσσόρων ελληνικών πανεπιστημίων, εκπροσώπων κομμάτων, οργανώσεων, ΜΚΟ, «διανοουμένων», «προσωπικοτήτων» και άλλων τινών. Τι ακριβώς ζητούν;
            Για παράδειγμα, το υπόμνημα που υπέβαλλε στην προαναφερθείσα κυρία το «Ουράνιο Τόξο» (το πολιτικό κόμμα των «εθνικά μακεδόνων») ζητούσε:
1.    Να αναγνωρισθεί η ύπαρξη «Μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα,
2.    Να ανοίξει η ελληνική κυβέρνηση Σχολεία για την «Μακεδονική μειονότητα» της Ελλάδας,
3.    Να ληφθούν μέτρα για την διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων της μειονότητας και το σημαντικότερο,
4.    Να προχωρήσει η Ελλάδα στην απογραφή της «Μακεδονικής μειονότητας» ώστε να κατοχυρωθούν νομικά, προσθέτοντας παράλληλα ότι επιθυμούν την διατήρηση των σημερινών συνόρων (Καλοσύνη τους!).
            Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι «εθνικά μακεδόνες»; Αυτοί που δεν θέλουν να είναι Έλληνες. Κανένα πρόβλημα. Ας είναι ό,τι νομίζουν. Αρκεί να μη κλέβουν το όνομα από εμάς, τους Μακεδόνες Έλληνες.
            Το απαράδεκτο όμως της όλης υπόθεσης είναι ότι εμφανίζονται να εκπροσωπούν πέραν των «εθνικά μακεδόνων» (μερικές εκατοντάδες άτομα, όπως απέδειξαν αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις) καί όλους τους σλαβόφωνους ή πρώην σλαβόφωνους Έλληνες, τους οποίους επιδιώκουν να τους παρουσιάσουν ως μειονότητα!
            Και για να γίνει απόλυτα αντιληπτό το τι ακριβώς ζητάνε με το αίτημα για «σχολεία της μακεδονικής μειονότητας» (τα υπόλοιπα αιτήματα είναι τόσο φαιδρά, που μόνον ως πηγή ανεκδότων θα μπορούσαν να συζητηθούν), ας δούμε τι είδους σχολεία έχουν κατά νου, μια και υπάρχει σχετική προϊστορία. Προτρέπω τους αναγνώστες να αναζητήσουν στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια το λήμμα  Macedonian language, όπου στις υποσημειώσεις (Νο 158) υπάρχουν τα εξής διαφωτιστικά:
A native of Greek Macedonia, a pioneer of ethnic Macedonian schools in the region and local historian, Pavlos Koufis, says in Laografika Florinas kai Kastorias (Folklore of Florina and Kastoria), Athens 1996, that, “[During its Panhellenic Meeting in September 1942, the KKE mentioned that it recognises the equality of the ethnic minorities in Greece] the KKE recognised that the Slavophone population was ethnic minority of Slavomacedonians]. This was a term, which the inhabitants of the region accepted with relief. [Because] Slavomacedonians = Slavs+Macedonians. The first section of the term determined their origin and classified them in the great family of the Slav peoples.”
[Ένας γηγενής της ελληνικής Μακεδονίας, ένας πρωτοπόρος των εθνικά μακεδονικών σχολείων στην περιοχή και τοπικός ιστορικός, ο Παύλος Κούφης, γράφει στα «Λαογραφικά Φλώρινας και Καστοριάς», Αθήνα 1996, ότι: Στην διάρκεια της Πανελλαδικής Διάσκεψης τον Σεπτέμβρη του 1942 το ΚΚΕ δήλωσε ότι αναγνωρίζει την ισοτιμία των εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα και ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός αποτελεί εθνική μειονότητα των Σλαβομακεδόνων. Αυτός ήταν ένας όρος που οι κάτοικοι της περιοχής δέχτηκαν με ανακούφιση, διότι Σλαβομακεδόνες = Σλάβοι + Μακεδόνες. Το πρώτο συνθετικό του όρου καθορίζει την καταγωγή τους και τους κατατάσσει στην μεγάλη οικογένεια των Σλαβικών λαών].
            Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σχολιάσουμε ή να προσθέσουμε κάτι άλλο. Ο «πρωτοπόρος» αυτός τα ξεκαθάρισε όλα!
            Μια άλλη κραυγαλέα περίπτωση ήταν και η ομιλία ενός καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας (υπάρχει άραγε και προσωπική ή ατομική λαογραφία;) στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με την ευκαιρία μιας βιβλιοπαρουσίασης στην Βέροια, περί βλαχοφώνων, όπου ακούστηκαν ένα σωρό ανακρίβειες και φυσικά οι πολυδιαφημισμένες αμπελοφιλοσοφίες περί «διαφορετικότητας», περί «ταυτοτήτων» (της μόδας τα τελευταία χρόνια), περί «τοπικότητας» και «ποικιλότητας» που πρέπει να διαφυλαχθεί, περί Ισοκράτη κλπ, κλπ,  που παπαγαλίζουν τακτικότατα ad nauseam  και με κάθε ευκαιρία, οι κάθε κατηγορίας και επιπέδου πολιτικάντηδες, αλλά και συστημικοί δημοσιογράφοι, κοινωνιολόγοι, «διανοούμενοι» και τηλεσχολιαστές.[18]
            Όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν γραφικά ή ασήμαντα και να μας άφηναν παγερά αδιάφορους. Δυστυχώς ο εν λόγω μεταμορφώνεται ξαφνικά από καλοπροαίρετο Δρ. Τζέκυλλ σε επικίνδυνο κ. Χάυντ υποστηρίζοντας την ανάγκη διατήρησης της «βλάχικής ταυτότητας» (;) μέσω της διδασκαλίας της βλάχικής γλώσσας! Είναι άραγε τόσο αφελής ώστε να μη συνειδητοποιεί την τερατώδη αντίφαση και μνημειώδη ανακολουθία αυτής της τοποθέτησης, δηλ. της εξύμνησης από την μια μεριά της «διαφορετικότητας», της «τοπικότητας» και της «ποικιλότητας» και τηνπολιτιστική ισοπέδωση, από την άλλη, που θα επιφέρει η επιδιωκόμενη διδασκαλία (!) της βλάχικης γλώσσας, την οποία ο εν λόγω θεωρεί ως αξιέπαινο γεγονός; Τι να πούμε! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...
            Συνιστώ πάντως στον εν λόγω πολυπράγμονα Κοινωνικό Λαογράφο και στους ομοϊδεάτες του να μελετήσουν προσεκτικά τα παρακάτω  αποσπάσματα από κείμενο του κορυφαίου και διεθνούς κύρους Έλληνα  βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη που αναγνώσθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010:
«...Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. [...] Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. [...] Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα.Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.[...] Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. [...]
Στην συνέχεια ο Σπ. Βρυώνης αναφέρεται στις θεωρίες του λεγόμενου «μοντερνισμού» στην Ιστορία και στους τρεις «πατριάρχες» του, Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson, καθώς και στην περίοδο1970-2003, η οποία αναφέρεται ως περίοδος  «ανόδου και πτώσης του κλασικού μοντερνισμού». Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία περί «εθνοσυμβολισμού» που διατύπωσε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner.
Όπως τονίζει ο Σπ. Βρυώνης: «Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό». [...]
            
Ανάλογες κινήσεις με αυτές των «εθνικά μακεδόνων» είχαν καταγραφεί στην δεκαετία του ’90 και στον χώρο των αρβανιτόφωνων Ελλήνων, όταν με πρωτοβουλίες ατόμων που διατηρούσαν επαφές με την αλβανική πρεσβεία,[19] είχε ξεκινήσει προσπάθεια για το άνοιγμα φροντιστηρίων σε αρβανιτόφωνες περιοχές όπου θα διδάσκονταν η αλβανική γλώσσα για την διατήρηση της ...αρβανίτικης παράδοσης!
Στην αμφιλεγόμενη ημερίδα μάλιστα, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (το γνωστό ΚΕΜΟ, ένα είδος Ιντιάνα Τζόουνς στο κυνήγι ανακάλυψης μειονοτήτων, υπαρκτών και ανυπάρκτων), κάποιος καθηγητής ΤΕΙ, μέσα στον πολυπολιτισμικό του οίστρο για την αναβίωση των αρβανίτικων στο χωριό του, πρότεινε ως λύση αυτό που γινόταν εκεί: «...υπάρχουν αυτή τη στιγμή 15 με 20 οικονομικοί μετανάστες, νέα παιδιά. Αυτοί έχουν μετατραπεί σε δασκάλους της αρβανίτικης γλώσσας στο χωριό...»! [20]

8. Δια ταύτα...
            Ας εξετάσουμε τώρα το πρακτικό μέρος της διδασκαλίας αυτών των γλωσσών και ιδιωμάτων.
            1. Ως γνωστόν για την διδασκαλία μιας γλώσσας, απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό, δάσκαλοι για τις μικρότερες ηλικίες, καθηγητές φιλόλογοι για τις μεγαλύτερες. Πού θα βρεθούν αυτοί;
            2. Τα εντόπικα, όπως και τα βλάχικα και αρβανίτικα ήσαν προφορικά γλωσσικά όργανα και ως εκ τούτου εμφανίζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Ειδικά τα εντόπικα διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή και συχνά από χωριό σε χωριό στο λεξιλόγιο, στην προφορά, σε ιδιωματισμούς, το ίδιο και τα βλάχικα, όπως και τα αρβανίτικα. Ποιοι θα αποφασίσουν ότι θα διδάσκεται μία μόνον από τις παραλλαγές και όχι μια άλλη; Και αυτό προφανώς σημαίνει ότι σε περίπτωση που προκριθεί η παραλλαγή Χ, θα εκτοπίσει μέχρι εξαφάνισης όλες τις άλλες. Για ποιόν λόγο θα πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο εις βάρος του γλωσσικού πλούτου, της διαφορετικότητας και ποικιλομορφίας που τόσο θορυβωδώς επικαλούνται κάποιοι;
            3. Ποιο αλφάβητο θα χρησιμοποιηθεί στην διδασκαλία; Τα εντόπικα, τα βλάχικα και τα αρβανίτικα έχουν φθόγγους που δεν μπορούν να αποδοθούν με το ελληνικό αλφάβητο. Θα επινοήσουμε νέα αλφάβητα ή θα υιοθετηθεί η εύκολη λύση της χρήσης του κυριλλικού, ρουμανικού και αλβανικού αλφαβήτου;
            4. Πώς θα εξευρεθεί το κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό; Με άλλα λόγια τα αναγνωστικά, οι γραμματικές κλπ τι ακριβώς θα είναι; Θα εισαχθούν έτοιμα από τα Σκόπια, την Ρουμανία και την Αλβανία;
            5. Πώς γνωρίζουμε ότι θα υπάρξουν μαθητές για αυτά τα περίεργα σχολεία; Πλην ορισμένων δακτυλοδεικτούμενων φανατικών σε κάθε περιοχή, ποιοι άραγε γονείς θα στείλουν τα παιδιά τους σε αυτά;
            6. Ποιος θα εποπτεύει διδάσκοντες και διδασκόμενους στα σχολεία αυτά για το τι ακριβώς διδάσκεται εκεί;
            Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να έχουν σοβαρές απαντήσεις, παρά μόνον μία: τα αιτήματα για σχολεία είναι απλώς ένα παιδαριώδες πρόσχημα για την αναγνώριση σκοπιανής, ρουμανικής και αλβανικής μειονότητας αντίστοιχα. Όλα τα υπόλοιπα είναι φαιδρολογήματα, τα οποία ουδεμία σοβαρή χώρα είναι δυνατόν έστω να τα συζητήσει, πλήν βεβαίως της χώρας όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα...

Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα, 25 Αυγούστου 2014

Σημειώσεις
[1] Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα» ή «συγκλίνουσα γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.
Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα» ή «αποκλίνουσα γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα», όπως προφανώς και η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.
Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern Standard Arabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λογία Αραβική».
[2] Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγών μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα, η Λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε σήμερα Λίγκουα Φράγκα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.
[3] Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 – Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα)...».
[4] Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας (Κρεολοί ονομάζονται οι μιγάδες απόγονοι Γάλλων και αφρικανών δούλων στις Γαλλικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Η γλώσσα τους ήταν ένα μίγμα Γαλλικής και αφρικανικών διαλέκτων) είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων (και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών). Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tok pisin (talk pidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.
[5] Βλ. Grin, F.: The economic approach to minority languages. In: Journal of Multingual and Multicultural Development 11 (1&2), p. 153-173 (1990). Λεπτομέρειες στο ενδιαφέρον βιβλίο της Καθηγήτριας Γενικής Γλωσσολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Σελλά-Μάζη Ελένης: Διγλωσσία και Κοινωνία, σελ. 21, «Προσκήνιο» Αθήνα 2006.
[6] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας - Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών, σε κείμενό του με τίτλο «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ»  που υπάρχει εδώ:  http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_c5/c_5_thema.htm .
[7] Valdés, Guadalupe. "The Teaching of Minority Languages as 'Foreign' Languages: Pedagogical and Theoretical Challenges."  Modern Language Journal Vol. 79, No. 3. (1995) pp. 299-328.
[8] Τσιτσελίκης Κ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.): “Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα”, «Κριτική», Αθήνα 1997.
[9] Hoffmann, C.:  An Introduction to Bilingualism, «Longman» London, 1991.
[10] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδος http://www.ancg.gr/index.php?option=com_frontpage&Itemid=1.
[11] Βλ. λεπτομέρειες στο βιβλίο μου «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες», Κεφάλαιο 9 «Οι Αρβανίτες του ελλαδικού χώρου», σελ. 305-334 «Ινφογνώμων», Αθήνα, 2014, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
[12] Περιλαμβάνεται στο τομίδιο Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Μακεδονικά, Έδεσσα 2011. Υπάρχει και στο Διαδίκτυο εδώ:http://ethnologic.blogspot.gr/2011/11/blog-post_22.html.
[13] Βλ. Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ.: «Λεηλασία φρονημάτων» Β΄ έκδοση, Πρόλογος σελ. ix-x, «Βάνιας» Θεσσαλονίκη 1995.
[14] Βλ. κείμενο του Καθηγητή ΑΠΘ Σπυρίδωνα Σφέτα με τίτλο «Πώς κατασκευάστηκε η γλώσσα των Σκοπίων» εδώ: http://omospondiamakedonon.blogspot.gr/2014/02/blog-post_16.html.
[15] Κωνσταντίνου Χολέβα: «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες» (Περιοδικό ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ Φεβρουάριος 2011) και εδώ:http://ethnologic.blogspot.gr/2011/02/blog-post_19.html.
[16] «Le Figaro» (12-8-2010) και εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2010/11/blog-post_18.html
[17] Βλ. «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες» ό.π. σελ. 305.
[18] Βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Η νεοταξική εθνοαποδομητική προπαγάνδα και οι πρόθυμοι φορείς της» εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2014/03/blog-post_16.html.
[19] Βλ. σχετικά με τα κωμικοτραγικά γεγονότα εκείνης της εποχής,  αποκαλυπτικά  σχόλια και πληροφορίες, στο βιβλίο μου «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες» ό.π. σελ. 269-272.
[20] Βλ. «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα» - Αρβανίτικα, Βλάχικα, Γλώσσες της μειονότητας της Δ. Θράκης, Σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας, σελ. 372, ΚΕΜΟ, «Αλεξάνδρεια» Αθήνα 2001