Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2012

Μύθοι και πραγματικότητες για το "ακριβό" και "φθηνό" ρεύμα


Μύθοι και πραγματικότητες για
το "ακριβό" και "φθηνό" ρεύμα
Του Χάρη Φλουδόπουλου

Τις τελευταίες ημέρες η ΓΕΝΟΠ προκαλεί την κυβέρνηση να αποδείξει ότι η αποκρατικοποίηση της ΔΕΗ θα φέρει φθηνότερο ρεύμα για τους καταναλωτές και δηλώνει ότι εάν αποδειχθεί τεκμηριωμένα κάτι τέτοιο θα δεχθεί την πώληση της εταιρείας. Στις δημοσκοπήσεις, συχνά λένε η απάντηση που θα λάβεις εξαρτάται από το ερώτημα που θα θέσεις. Έξυπνη λοιπόν η τοποθέτηση των συνδικαλιστών, όμως από κάπου …μπάζει.
Κατ΄ αρχάς ας ξεκινήσουμε από το επιχείρημα του φθηνού ρεύματος στην Ελλάδα. Πράγματι με βάση τα στοιχεία της Ε.Ε. η Ελλάδα εμφανίζει τη φθηνότερη κιλοβατώρα για τα νοικοκυριά στην ευρωζώνη και μόνο σε κάποιες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ (Βουλγαρία, Ρουμανία, Κροατία, Λιθουανία, Εσθονία)υπάρχουν φθηνότερες τιμές. Όμως αυτό είναι η μισή αλήθεια. Η ολόκληρη εικόνα είναι ότι για τους βιομηχανικούς καταναλωτές, η  Ελλάδα εμφανίζεται ακριβότερη από χώρες όπως η Νορβηγία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία, η Μ. Βρετανία, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Κροατία και η Σλοβενία (πηγή Eurostat) και μόνο 5 χώρες έχουν ακριβότερο βιομηχανικό ρεύμα από τη χώρα μας. Ας δεχθούμε όμως ότι η στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας είναι ψιλά γράμματα για τη ΔΕΗ, όπως φάνηκε  και από τις πρόσφατες επιστολές Ζερβού, που ουσιαστικά καλούσε τους βιομηχανικούς πελάτες να κλείσουν γιατί αυτό θα ωφελούσε την εταιρεία.
Το ερώτημα λοιπόν είναι πόσο πληρώνουμε και σε βάρος ποιου το περίφημο «φθηνό» ρεύμα.
Οι οικονομικότερες τεχνολογίες παραγωγής ηλεκτρικής , στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας όπως αυτή λειτουργεί σήμερα , είναι δύο: οι λιγνίτες και τα υδροηλεκτρικά, η εκμετάλλευση των οποίων γίνεται αποκλειστικά από τη ΔΕΗ.
Η ίδια η ΔΕΗ, λοιπόν στο επιχειρησιακό πλάνο που είχε παρουσιάσει προ τετραετίας, είχε παραδεχθεί ότι οι λιγνιτικές της μονάδες απέχουν πολύ από τις βέλτιστες πρακτικές μιας αντίστοιχης μονάδας στο εξωτερικό (μελέτη BoozAllen για λογαριασμό της ΔΕΗ). Αυτό οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως το υψηλό λειτουργικό κόστος, η παρωχημένη τεχνολογία, η έλλειψη επενδύσεων και η γενικότερη έλλειψη ανταγωνιστικότητας και αποδοτικότητας στη λειτουργία της ΔΕΗ.
Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά όταν η ΔΕΗ έχει χιλιάδες υπεράριθμο προσωπικό, καταφέρνει να έχει ελλείψεις σε νευραλγικούς τομείς και ταυτόχρονα πάνω από το 10% του προσωπικού της απολαμβάνει κάποιου είδους συνδικαλιστικό προνόμιο (κυρίως άδειες).
Στο διαγωνισμό προσλήψεων που είχε γίνει το 2007, υπήρχαν κραυγαλέες περιπτώσεις μονάδων με ήδη υπεράριθμο προσωπικό (πχ υδροηλεκτρικών), όπου προκηρύχθηκαν επιπλέον θέσεις. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των μονάδων ήταν ότι βρίσκονταν σε εκλογικές περιφέρειες πολιτικών που χειρίζονταν τις τύχες της ενέργειας.Δεν μπορώ να αποδείξω, ούτε ξέρω εάν σε αυτές τις προσλήψεις, είχαν λόγο και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις της ΓΕΝΟΠ.
Ένα ακόμη παράδειγμα έρχεται από τη σύγκριση του προσωπικού σε μονάδες φυσικού αερίου όπου υπάρχει και ιδιωτικός ανταγωνισμός: στην Κομοτηνή η ΔΕΗ έχει περίπου 150 άτομα προσωπικό, τα ΕΛΠΕ στη Θεσσαλονίκη έχουν 90 άτομα (όταν δημιουργήθηκε η ΕΝΘΕΣ η διοίκηση των ΕΛΠΕ ήταν υπό τον έλεγχο του δημοσίου) ενώ σήμερα η μονάδες αερίου των άλλων ιδιωτών αλλά και της Elpedison, λειτουργούν με 45 έως 50 άτομα προσωπικό.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι ότι όλες αυτές οι ανεπάρκειες και οι σπατάλες γίνονται σε βάρος των επόμενων γενεών. Ο λιγνίτης είναι ένα ορυκτό καύσιμο, τα αποθέματα της χώρας είναι περιορισμένα και σε ορισμένες περιοχές όπως η Μεγαλόπολη, βρισκόμαστε ήδη στη μεταλιγνιτική εποχή. Στη Δ. Μακεδονία, υπάρχουν μερικές δεκαετίες ζωής ακόμη για τα κοιτάσματα, ωστόσο και εκεί έχουμε ήδη μπει σε πτωτική τροχιά. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι, έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλάμε έναν πεπερασμένο πόρο, σε μονάδες που κατασκευάστηκαν πριν από δεκαετίες με απόδοση 15 και 20%; Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό υπάρχουν μονάδες της ΔΕΗ, οι οποίες δεν αξιοποιούν το 80% της θερμότητας που παράγεται από την καύση ενός τόνου λιγνίτη. Δηλαδή στα χίλια κιλά λιγνίτη, τα 800 πάνε χαμένα, πετιούνται.
Όμως η αλήθεια είναι ότι αυτά τα 800 κιλά λιγνίτη που σπαταλά με  τόση ευκολία ο κ. Φωτόπουλος και οι φίλοι του, υπερασπιζόμενος δήθεν το φθηνό ρεύμα του λαού, στην ουσία αποτελούν κλοπή από τα δικαιώματα των επόμενων γενεών στους εθνικούς πόρους.
Θυμίζουμε ότι τα τελευταία χρόνια η ΔΕΗ δεν έχει επενδύσει ούτε ένα σεντ στον εκσυγχρονισμό των μονάδων της. Συνέχιζε όμως να επιδοτεί ανελλιπώς τα ταξίδια των συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ, μέχρι που τους έπιασαν στα πράσα.
Στην πραγματικότητα λοιπόν το φθηνό ρεύμα κοστίζει πολύ ακριβά. Και ναι, η απάντηση είναι ότι εάν η εκμετάλλευση των εθνικών πόρων (που δεν ανήκουν ούτε στη ΓΕΝΟΠ, ούτε στη ΔΕΗ) γίνει με αποδοτικότερο τρόπο με λιγότερη σπατάλη και περισσότερη αιδώ απέναντι στις επόμενες γενιές – δυστυχώς για τον κύριο Φωτόπουλο η διεθνής αλλά και η ελληνική πρακτική έχουν αποδείξει ότι κατά τεκμήριο ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να το κάνει αυτό –  τότε ναι και τα νοικοκυριά και οι βιομηχανίες και η εθνική οικονομία θα έχουν πραγματικό όφελος.




Δεν υπάρχουν σχόλια: