Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2013

Βιβλιοπαρουσίαση στην Αθήνα

 
 Βιβλιοπαρουσίαση στην Αθήνα
 
Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012 η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: "Αρχαία Μακεδονία - Εθνολογία, Αρχαιολογία, Ιστορία" στο κεντρικό αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου στην Αθήνα.
Στην εκδήλωση μίλησαν οι:
Σάββας Καλεντερίδης, Εκδότης και ιδιοκτήτης των εκδόσεων "Ινφογνώμων"
Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
Στέφανος Γ. Μίλλερ, Καθηγητής Αρχαιολογίας του Παν/μίου Μπέρκλεϋ
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Καθηγητή Μίλλερ για την πολύπλευρη προσφορά του στην Ελλάδα και ο οποίος ήταν το τιμώμενο πρόσωπο στην εκδήλωση.
 
  
 
Η ομιλία του Καθηγητή Στέφανου Γ. Μίλλερ

ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ του Δημητρίου Ε. Ευαγγελίδη
Βιβλιοπαρουσίαση, Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012
Εθνικό Πολεμικό Μουσείο

 
Τρία χρόνια πριν δεν είχα καν ιδέα ότι υπήρχε κάποιος με το όνομα Δημήτριος Ευαγγελίδης και γνώριζα πολύ λίγα για το τι σημαίνει Εθνολογία σαν επιστήμη, μολονότι ο όρος από μόνος του είναι αρκετά διαφωτιστικός.

H κατάσταση άλλαξε κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς μου να συγκεντρώσω υπογραφές συναδέλφων¬¬ μου μελετητών της Ελληνο-Ρωμαϊκής αρχαιότητας, σε μια επιστολή προς τον Πρόεδρο Ομπάμα το οποίο εξηγούσε ότι, σε αντίθεση με αυτά που πιστεύουν οι σημερινοί κάτοικοι της FYROM, οι αρχαίοι Μακεδόνες στην πραγματικότητα ήταν Έλληνες. Θα επανέλθω στο θέμα σε ένα λεπτό.

Η επιστολή προς τον Ομπάμα αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα www.macedonia-evidence.org που αποτελούσε το βήμα για τη διάδοση σχετικών επιστημονικών μελετών σε αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Αυτές οι μελέτες περιελάμβαναν τεκμηρίωση για τη γλώσσα, τα γλωσσoλογικά, τη θρησκεία, την ταυτότητα και εθνικότητα, και την αρχαιολογία της αρχαίας Μακεδονίας. Στη συνέχεια μου έφθασε ένα άρθρο γραμμένο από κάποιον Ευαγγελίδη, με τίτλο: ΟΙ ΓΙΑΟΥΝΑ ΤΑΚΑΜΠΑΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ. Στο άρθρο αυτό ο Ευαγγελίδης έδειξε το πώς μια περσική επιγραφή του πρώιμου 5ου π.Χ. αιώνα αποδείκνυε ότι οι Πέρσες θεωρούσαν τους Μακεδόνες... Έλληνες. Ποτέ προηγουμένως δεν είχε γίνει αναφορά αυτού του στοιχείου στον κόσμο της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας, και η εμφάνισή του στο διαδίκτυο δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η ιστοσελίδα πέτυχε να πείσει την ακαδημαϊκή κοινότητα των ειδικών στην Ελληνική ιστορία από όλο τον κόσμο ότι οι Μακεδόνες ήσαν Έλληνες όσο και οι Ίωνες της Μικράς Ασίας.

Τώρα ο Ευαγγελίδης έχει γράψει ένα βιβλίο το οποίο, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται μια απλή ιστορική αναδρομή στην Αρχαία Μακεδονία, γεμάτη ονόματα και ημερομηνίες. Όμως, είναι πολλά περισσότερα. Μέσα από την εθνολογική του προσέγγιση, τοποθετεί τα ονόματα και τις χρονολογίες στο πλαίσιο των διαφορετικών κόσμων, των φυλών, που ζούσαν στην επικράτεια της Μακεδονίας και αποτέλεσαν το Μακεδονικό κράτος του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.

Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, διότι οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες και οι Αργείοι και όλοι οι Έλληνες της Κλασικής περιόδου ήσαν χωρισμένοι σε φυλές. Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι φυλές των Αθηναίων, για παράδειγμα, ναι μεν δημιούργησαν από κοινού μια οργανωμένη πολιτεία, συνέχισαν όμως να διατηρούν στην πράξη τις πατρώες φυλετικές διαιρέσεις μέσα στον αθηναϊκό λαό. Τώρα γνωρίζουμε ότι οι Μακεδόνες ομοίως είχαν κρατήσει αυτή την Ελληνική συνήθεια.

Ο Ευαγγελίδης έχει επίσης εξετάσει τις φυλές των λαών που περιέβαλαν τους Μακεδόνες και ενεπλάκησαν με αυτούς. Πιο σημαντικοί από αυτούς, κατά τη γνώμη μου, ήσαν οι Παίονες, οι οποίοι – τουλάχιστον από την εποχή του Θουκυδίδη και μετά – κατοικούσαν στην περιοχή των σημερινών κατοίκων της FYROM. Μολονότι οι Παίονες δεν ήσαν Μακεδόνες, από τη στιγμή που κατακτήθηκαν από το Φίλιππο τον Δεύτερο, είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιούσαν την Ελληνική στα νομίσματά τους και αποτέλεσαν σημαντικό τμήμα του στρατού του Αλεξάνδρου. Τον 3ο αιώνα ένας από τους βασιλείς τους προσέφερε στην Ολυμπία και στους Δελφούς αφιερώματα, των οποίων σώζονται οι ενεπίγραφες βάσεις. Έτσι είχαν μια μορφή ανεξαρτησίας μέσα στη Μακεδονική αυτοκρατορία και μπορούν να θεωρηθούν ως τμήμα του Ελληνικού κόσμου, αλλά δεν ήσαν περισσότερο Μακεδόνες από τους Πέρσες και τους Αιγύπτιους και άλλους (όπως οι Θηβαίοι) που είχαν κατακτηθεί από τους Μακεδόνες.

Αυτό για μένα είναι σημαντικό διότι οι σημερινοί κάτοικοι της αρχαίας Παιονίας ισχυρίζονται ότι ζουν στην αρχαία Μακεδονία και ως εκ τούτου, για παράδειγμα, η Πέλλα αποτελεί μέρος της παράδοσής τους. Ακόμα πιο περίεργη είναι η άποψή τους ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας, αλλά αποτελεί επίσης μέρος της σλαβικής τους παράδοσης. Προσωπικά, ως επαγγελματίας αρχαιολόγος – δηλαδή ιστορικός των χωμάτων, της στρωματολογίας - οφείλω να διαμαρτυρηθώ. Γνωρίζουμε πολύ λίγα για την αρχαιότητα και όταν αυτά που γνωρίζουμε διαστρέφονται, η επιστήμη μου τίθεται σε αμφιβολία. Για τέτοιες επιστημονικές ανακρίβειες είναι που αντιτίθεμαι, στο όνομα «Μακεδονία» για την αρχαία Παιονία. Αφήνω κατά μέρος το θέμα του κατά πόσο μια κλεμμένη ταυτότητα θα ωφελήσει μακροπρόθεσμα τον κλέφτη της.

Ο Δημήτριος Ευαγγελίδης με βοήθησε να εκφράσω τη διαμαρτυρία μου. Και αυτό το νέο βιβλίο του θα βοηθήσει πάλι. Αλλά μόνο με αυτούς που διαβάζουν Ελληνικά. Όταν πρότεινα το βιβλίο να μεταφραστεί και να εκδοθεί στα Αγγλικά έτσι ώστε να ενισχυθεί το θέμα της Ελληνικότητας της Μακεδονίας, ο Δημήτριος απάντησε: «Παίρνω σαν δεδομένο ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Έλληνες». Ναι, εδώ στην Ελλάδα. Όχι απαραίτητα οπουδήποτε αλλού.

Προσκάλεσα 1.450 συναδέλφους να προσυπογράψουν την επιστολή προς τον Ομπάμα. Από αυτούς, 372 από 21 χώρες ανταποκρίθηκαν. Πολλοί αγνόησαν το κάλεσμά μου. Αλλά αρκετοί θέσαν ερώτημα εάν οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν πράγματι Έλληνες. Δύο συνάδελφοι, ένας από τη Γερμανία και ένας από τις ΗΠΑ, συνδέονται με παρεμφερείς περιπτώσεις. Ενώ δίδασκαν αρχαιολογία της αρχαίας Ελλάδας, έφθασαν και στον Αλέξανδρο. Και στις δύο περιπτώσεις ένας φοιτητής (18-19 ετών) ρώτησε γιατί ο Αλέξανδρος διδάσκεται στο πλαίσιο της Ελληνικής αρχαιολογίας, όταν όλοι γνωρίζουν ότι …ήταν Σλάβος. Υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν σε επίπεδο εκπαίδευσης εκτός Ελλάδας, διαφορετικά η αλήθεια για την Μακεδονική αρχαία ιστορία, για την Ελληνική αρχαία ιστορία, θα χαθεί στον κόσμο ολοκληρωτικά.

Ήδη ένας συνάδελφος από την Αυστραλία, ο John Melville-Jones, έχει εκφράσει την επιθυμία να μεταφραστεί η Αρχαία Μακεδονία του Δημήτρη Ευαγγελίδη. Επαναλαμβάνω αυτή την επιθυμία. Αυτό το βιβλίο είναι ένα εργαλείο που θα αποδειχθεί πολύ χρήσιμο όταν διατεθεί στα Αγγλικά.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να κάνω ένα μικρό σχόλιο. Στη σελίδα 59 ο Δημήτριος Ευαγγελίδης αναφέρει ότι το 315 π.Χ. ο Κάσσανδρος ίδρυσε μια πόλη που πήρε το όνομα Θεσσαλονίκη, κίνηση πολύ μεγάλης σημασίας. Αλλά τον ίδιο χρόνο ο Κάσσανδρος έκανε και κάτι άλλο εξ ίσου σημαντικό: Πήγε στη Νεμέα και προήδρευσε στους Νέμεους Αγώνες. Δημήτρη, σε παρακαλώ να προσθέτεις αυτή τη συμπλήρωση, στην επόμενη έκδοση.

Στέφανος Γ. Μίλλερ




Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

18η Οκτωβρίου 1912 : Η Απελευθέρωση της Έδεσσας


18η Οκτωβρίου 1912 :
Η Απελευθέρωση της Έδεσσας

Ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει από τους Τούρκους την Έδεσσα (6η μεραρχία), το Αμύνταιο (5η μεραρχία) και την Αλεξάνδρεια Ημαθίας (7η μεραρχία).

Η Απελευθέρωση της Έδεσσας

Στις 11 το πρωί της 18ης Οκτωβρίου 1912 γίνεται η επίσημη παράδοση της πόλης από τον Τούρκο δήμαρχο Αλή Ριζά, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση ήταν απόγονος του κελ (= κασιδιάρη) Πέτρου που προδοτικά είχε παραδώσει τη βυζαντινή Έδεσσα στους Τούρκους πριν 530 χρόνια περίπου.

Η απελευθέρωση της Έδεσσας υπήρξε αποτέλεσμα της προέλασης του ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου και έθεσε τέρμα στη μακρόχρονη υποδούλωσή της στην Οθωμανική κυριαρχία, η οποία κράτησε πάνω από πεντακόσια χρόνια.. Η επιβίωση του ελληνικού στοιχείου κατά τη διάρκεια της μακραίωνης αυτής δουλείας ήταν αξιοθαύμαστη δεδομένου ότι οι χριστιανοί Έλληνες όχι μόνο δεν αφομοιώθηκαν παρόλη τη μαύρη σκλαβιά και την εγκατάσταση πολλών μουσουλμάνων Τούρκων στην περιοχή αλλά αναπτύχθηκαν τόσο πνευματικά όσο και οικονομικά.
Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα της μακραίωνης αυτής υποδούλωσης υπήρξε ο Μακεδονικός αγώνας η συμβολή του οποίου ήταν ιδιαίτερα σημαντική στη νικηφόρα έκβαση των βαλκανικών πολέμων. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες με σύνθημά τους την αυτονόμηση της περιοχής της Μακεδονίας παρουσιάστηκαν ως αυτόκλητοι προστάτες των καταπιεζόμενων χριστιανικών πληθυσμών.
Όταν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν το φρόνημα των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας με αναίμακτα προπαγανδιστικά μέσα, εξαπέλυσαν ένα κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων επιδιώκοντας το βίαιο προσηλυτισμό τους. Απώτερος σκοπός ήταν η εθνολογική αλλοίωση της ελληνικότητας της Μακεδονίας και ο αφανισμός του ελληνικού στοιχείου με τους διωγμούς, τις δολοφονίες, τις σφαγές.
Ενδεικτική της κατάστασης στην περιοχή μας ήταν μια επιστολή του μητροπολίτη Έδεσσας Στέφανου Δανιηλίδη προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 15-9-1904, όπου γράφει μεταξύ άλλων: «οι λησταντάρται (εννοώντας τους κομιτατζήδες) αμείλικτον διωγμόν εκίνησαν εναντίον των χριστιανών της επαρχίας μου και των τριών τμημάτων αυτής, ελευθέρως και ανενοχλήτως πλέον … περιέρχονται εις τα χωρία και εξαναγκάζουσι τους χωρικούς δι απειλών, αικισμών, δολοφονιών και λοιπών φρικαλεοτήτων να εκδιώξουσι τους διδασκάλους και τους ιερείς των και να ασπασθώσι το σχίσμα…».
Η Έδεσσα υπήρξε από τις πρώτες πόλεις όπου συγκροτήθηκε Επιτροπή αμύνης κατά της βουλγαρικής προπαγάνδας και των κομιτατζήδων και για να υποστηρίζει και να συνεργάζεται στενά με τα ελληνικά ανταρτικά σώματα. Πρόεδρος ο γιατρός Δημήτριος Ρίζος και μέλη ο Αθανάσιος Φράγκος, ο Ιωάννης Χατζηνίκος, ο Αρχιερατικός επίτροπος Παπασιβένας Ιωάννης. Στενοί συνεργάτες υπήρξαν πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι Εδεσσαίοι, η προσφορά των οποίων ήταν ανεκτίμητη.
Ο αρχηγός και η ψυχή του αγώνα στην Έδεσσα και στην ευρύτερη περιοχή της ήταν ο υπολοχαγός Κων/νος Μαζαράκης ή καπετάν Ακρίτας.
Με τον Μακεδονικό αγώνα οι ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί της Έδεσσας και ολόκληρης της Μακεδονίας, κληρικοί και λαϊκοί, ανακτούν το θάρρος τους και την αυτοπεποίθησή τους που τα είχαν απολέσει τα δύσκολα χρόνια της βουλγαρικής τρομοκρατίας και προσφέρουν τα μέγιστα.
Η επικοινωνία του ελληνισμού της Μακεδονίας με τους Έλληνες της υπόλοιπης Ελλάδας δημιουργεί στενότερους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ τους. Το ηθικό και το εθνικό φρόνημα των κατοίκων της περιοχής εξυψώνεται σε μεγάλο βαθμό.
Κατά το διάστημα αυτό τα στελέχη του ελληνικού στρατού, τα οποία υπηρετούν ως αρχηγοί ανταρτικών σωμάτων, ως εκπαιδευτές, πράκτορες και διαφωτιστές του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας αποκτούν εμπειρίες και γνώσεις για την περιοχή, οι οποίες θα εξαργυρωθούν στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους. Η Ελλάδα μέσα από το Μακεδονικό αγώνα βγαίνει ανανεωμένη και γεμάτη αυτοπεποίθηση έτοιμη να καθορίσει στα πεδία των μαχών το μελλοντικό καθεστώς της Μακεδονίας. Ο αγώνας αυτός είχε δώσει τότε στην πατρίδα μας το δικαίωμα όχι μονάχα να επικαλείται την ελληνικότητα της Μακεδονίας στα διάφορα συνέδρια, αλλά και να πραγματοποιήσει το μεγάλο όνειρο της φυλής με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13.
Πιο συγκεκριμένα στις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα κηρύττει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο Ελληνικός στρατός μετά τη νίκη του στη μάχη του Σαρανταπόρου στις 9 και 10 Οκτωβρίου, προελαύνει ορμητικά στην πεδιάδα της κεντρικής Μακεδονίας και απελευθερώνει διαδοχικά τη Βέροια και τη Νάουσα. Καθώς τα νέα φτάνουν στην Έδεσσα, ανάμεικτα συναισθήματα δημιουργούνται στους κατοίκους της πόλης μας. Oι μεν Έλληνες περιμένουν με ανυπομονησία τον Ελληνικό στρατό και ανταλλάσσουν μεταξύ τους την ευχή «Χριστός Ανέστη», ενώ οι Τούρκοι αισθάνονται αγωνία για τη ζωή και τις περιουσίες τους μιας και ο τουρκικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη και κατευθύνθηκε προς την πεδιάδα των Γιαννιτσών για να δώσει την αποφασιστική μάχη του πολέμου στις 19-20 Οκτωβρίου 1912.
Στην Έδεσσα απομένουν μόνο λίγοι άνδρες της τουρκικής εθνοφρουράς, ο φρούραρχος της πόλης Ταγματάρχης Ρασίτ μπέης, ο καϊμακάμης Γκαλίπ μπέης και δήμαρχος της πόλης Αλή Ριζά. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της Έδεσσας ενεργώντας προληπτικά, συνέλαβαν ως ομήρους επιφανείς Εδεσσαίους που είχαν αναπτύξει αξιόλογη δράση στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα και τους μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, στις φυλακές Επταπυργίου μαζί με ομήρους από άλλες περιοχές.
Όταν πλέον συνειδητοποιούν ότι είναι αναπόφευκτη σε λίγες μέρες η επικράτηση του ελληνικού στρατού στην περιοχή, συγκαλούν σύσκεψη στο σπίτι του φρούραρχου Ρασίτ μπέη για να καθορίσουν τις μετέπειτα ενέργειές τους. Να προβάλλουν δηλαδή αντίσταση στον ελληνικό στρατό ή να παραδώσουν την πόλη αμαχητί. Τελικά υπερισχύει η δεύτερη γνώμη και αποφασίζεται να μεταβεί στην Ιερά Μητρόπολη Έδεσσας ο Τούρκος διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου για να προετοιμάσει τη συνεννόηση με τους Έλληνες της πόλης.
Την επόμενη μέρα συγκεντρώνονται στην Ιερά Μητρόπολη οι τουρκικές αρχές, ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος και οι Δημογέροντες, όπου οι Τούρκοι ζητούν την προστασία τους στην περίπτωση που θα καταληφθεί η πόλη από τον Ελληνικό στρατό.
Στις 15 Οκτωβρίου παραιτούνται οι Τουρκικές αρχές και αναλαμβάνουν τη φρούρηση της Έδεσσας οι Έλληνες κάτοικοί της. Στις 16 Οκτωβρίου ο δήμαρχος Αλή Ριζά πηγαίνει στις φυλακές της πόλης, αποφυλακίζει τους κρατούμενους και ο Γκαλίπ μπέης εγκαθίσταται στο κτίριο της Μητρόπολης όχι τόσο για να προστατευθεί από τους χριστιανούς, αλλά για να αποφύγει τη οργή όσων από τους Τούρκους είχαν την αντίθετη με αυτόν γνώμη για την παράδοση της πόλης.
Το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου η έκτη ημιλαρχία υπό τον ανθυπίλαρχο Αργύριο Σταυρόπουλο εξορμά από τη Βέροια και καταλαμβάνει το σιδηροδρομικό σταθμό Σκύδρας.
Την επόμενη μέρα, Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 1912, γιορτή του Αγίου Λουκά, πολιούχου από τότε της πόλης μας, τρεις στρατιώτες ως προμετωπίδα του προελαύνοντος ελληνικού στρατού, ο Βρασίδας Λαγωνίκος, ο Νικόλαος Αγγελής και ο Νικόλαος Λιβανός καταλαμβάνουν το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης μας αφού συνεπλάκησαν με την εκεί ευρισκόμενη τουρκική φρουρά. Από τους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν ο ιερέας του χωριού Σωτήρα, ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Ψυχογιός και ένας μαθητής του οικοτροφείου. Ήταν οι τελευταίοι νεκροί πριν την απελευθέρωση της πόλης.
Λίγο αργότερα φτάνει στο σταθμό αμαξοστοιχία με ένα λόχο πεζικού του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Βασίλειο Γεννηματά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτικά στην Έδεσσα. Την ίδια ώρα από την πόλη έρχεται προς το σταθμό μια πομπή με επικεφαλής το Μητροπολίτη και τους Τούρκους μουφτή, υποδιοικητή και δήμαρχο της Έδεσσας, ο οποίος κρατά λευκή σημαία.
Στις 11 το πρωί της 18ης Οκτωβρίου 1912 γίνεται η επίσημη παράδοση της πόλης από τον Τούρκο δήμαρχο Αλή Ριζά.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες απελευθερώθηκε η Έδεσσα. Οι αγώνες και η αυτοθυσία των Εδεσσαίων και των κατοίκων της γύρω περιοχής στις επάλξεις του Μακεδονικού αγώνα καρποφόρησαν. Έγιναν γέφυρα για να περάσει ο Ελληνικός στρατός τον Οκτώβριο του 1912 και να απελευθερώσει τη Μακεδονία μας.

Πέτρος Σεκερτζής 
19-10-2008






Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012

Οι Μακεδόνες και ο Εθνικός Διχασμός

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης (1867-1922)

Οι Μακεδόνες και ο Εθνικός Διχασμός

Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού η πλειοψηφία των προσφύγων από τη Βόρεια Μακεδονία, και ιδιαίτερα των εύπορων αστών από το Μοναστήρι και το Κρούσοβο, υποστήριξε το βασιλιά Κωνσταντίνο. Πιθανότατα, η φιλοσερβική πολιτική του Βενιζέλου και η άρνηση του να στηρίξει τη διεκδίκηση των Βιτωλίων (Μοναστηρίου) αποτέλεσε το βασικότερο παράγοντα αυτής της επιλογής. Κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου, και λίγες μέρες μετά την κατάληψη των Βιτωλίων από το σερβικό στρατό (το Νοέμβριο του 1912), ο Κωνσταντίνος πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην πόλη, συνοδευόμενος από όλο το επιτελείο του και από τους πρίγκιπες Γεώργιο, Παύλο και Ανδρέα. Ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον ελληνικό πληθυσμό της πόλης, ο οποίος έκτοτε τον αναγνώρισε ως απελευθερωτή και ηγέτη του. Φαίνεται επίσης ότι το κύρος της βασιλείας και η γενικότερη αντισλαβική στάση του Κωνσταντίνου άγγιξαν πολλούς Μοναστηριώτες. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ηγετική φυσιογνωμία της ελληνικής κοινότητας, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Καβουρίδης (1912-1917), ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου απομακρύνθηκε από τους Γάλλους ως «φιλοβούλγαρος», στην πραγματικότητα όμως ως φιλοβασιλικός, και αργότερα εξορίστηκε στο Άγιο Όρος.
Η υποστήριξη προς την αντιβενιζελική παράταξη συνεχίστηκε, άλλοτε συγκαλυμμένα και άλλοτε απροκάλυπτα, ακόμη και μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, τον Ιούνιο του 1917, όπως αποκαλύπτουν σχετικά δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου. Μάλιστα το Σεπτέμβριο του 1920 προκλήθηκε
 κρίση στο εσωτερικό του Συνδέσμου «Καρτερία», όταν το προεδρείο του αποφάσισε να τελέσει μνημόσυνο προς τιμήν του δολοφονηθέντος Ίωνος Δραγούμη από φιλοβενιζελικούς. Πολλά μέλη του συλλόγου αντέδρασαν, θεωρώντας μια τέτοια κίνηση ανάμειξη στις κομματικές διαμάχες, και αποδοκίμασαν τον πρόεδρο Αριστοτέλη Ματλή, στέλνοντας σχετικό ενυπόγραφο κείμενο στις εφημερίδες. Όταν το Νοέμβριο του 1920 η αντιβενιζελική παράταξη επανήλθε στην κυβέρνηση και ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο θρόνο, η «Καρτερία» δέχτηκε τη διακριτική υποστήριξη αρκετών κυβερνητικών αξιωματούχων. Ιδιαίτερα φιλική στάση έδειξε ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Δημήτριος Γούναρης, ο οποίος —σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Συνδέσμου— στάθηκε «αρωγός» στον αγώνα του. Υποστηρικτής των Βορειομακεδόνων και ειδικά των Μοναστηριωτών υπήρξε και ο Φίλιππος Δραγούμης. 
Οι επαφές του με το σύλλογο «Ελπίς» είχαν αρχίσει από πολύ νωρίς, προφανώς λόγω των στενών σχέσεων της οικογένειας του με την πόλη του Μοναστηρίου, από τον καιρό που ο Ίων Δραγούμης είχε υπηρετήσει σε αυτήν ως πρόξενος. Ήδη από το 1913, ο Φίλιππος Δραγούμης είχε αναπτύξει στενή συνεργασία με το σύλλογο της Φλώρινας. Η συνεργασία αυτή θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, καθώς ο Φίλιππος θα επιλέξει να πολιτευθεί στην ίδια πόλη, τόπο εγκατάστασης αρκετών μεταναστών από το Μοναστήρι, αλλά και έδρα του πολιτικού του αντιπάλου, βουλευτή των Φιλελευθέρων και Μοναστηριώτη στην καταγωγή Γεώργιου Μόδη. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και εκείνη του Δημήτριου Δίγκα, που μεσοπολεμικά πολιτεύτηκε στην Ανατολική Μακεδονία, δείχνει ότι η ταύτιση των Βορειομακεδόνων με την αντιβενιζελική παράταξη δεν υπήρξε ολοκληρωτική.
Η υποστήριξη των Βορειομακεδόνων προς τη συντηρητική παράταξη κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό και από την αδιαφορία των κυβερνήσεων των Φιλελευθέρων για την οικονομική τους αποκατάσταση, σε αντίθεση με τους κατά πλειοψηφία φιλοβενιζελικούς μικρασιάτες πρόσφυγες, και από την αντίστροφη προσπάθεια του Λαϊκού Κόμματος να τους προσεταιριστεί, για να ενισχύσει την απήχηση του στους τόπους εγκατάστασης των Μικρασιατών. Ενδεικτικό είναι το παράπονο σχετικού υπομνήματος των βορειομακεδονικών σωματείων, του 1927, προς τις τοπικές αρχές της Θεσσαλονίκης: «... μόνον διά αυτούς [τους ΒορειομακεδόνεςJ ουδεμία μέριμνα ελήφθη υπό του Κράτους και μόνον αυτοί δεν ηξιώθησαν να τύχουν αποζημιώσεως...»
Πηγή
Απόσπασμα άρθρου του Λουκιανού Χασιώτη στο βιβλιο «Πρόσφυγες στα Βαλκάνια: μνήμη και ενωμάτωση» με τον τίτλο "Προσφυγικές ομάδες και εξωτερική πολτική: Η περίπτωση των Βορειoμακεδόνων (1913-1912, 1941-1950)", σελ 220-222. Παραπομπές στο βιβλίο.

 


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 23, 2012

Ενώπιον ανακάλυψης εφάμιλλης της Βεργίνας οι αρχαιολόγοι


Ενώπιον ανακάλυψης εφάμιλλης
της Βεργίνας οι αρχαιολόγοι

Μπροστά σε μια μεγάλη αρχαιολογική ανακάλυψη πιθανόν να βρίσκονται τα συνεργεία της ΚΗ΄ Εφορείας Κλασσικών Αρχαιοτήτων Σερρών. Μετά από έρευνες ετών και αξιοποιώντας την ιστοριογραφία και τις προφορικές παραδόσεις της περιοχής, οι αρχαιολόγοι κατέληξαν σε μία «τούμπα» σε αγροτική περιοχή του Δήμου Αμφίπολης.
Το μεγάλο μυστικό που κρύβεται στο εσωτερικό της αφορά στον εντοπισμό των τάφων της συζύγου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ρωξάνης, και του υιού τους, Αλέξανδρου Δ΄. Οι προσπάθειες για ανασκαφές στην «τούμπα» ξεκίνησαν πριν από τρία χρόνια τον Ιούλιο του 2009, ωστόσο σταμάτησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το φετινό καλοκαίρι, οι προσπάθειες εντάθηκαν κι εδώ και δύο μήνες οι ενδείξεις είναι σοβαρές για την ανακάλυψη των βασιλικών τάφων της συζύγου και του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η προϊσταμένη της ΚΗ΄ Εφορείας Κλασικών Αρχαιοτήτων Σερρών, Κατερίνα Περιστέρη σε δηλώσεις της εμφανίστηκε ιδιαίτερα συγκρατημένη πλην όμως αισιόδοξη για την πορεία των ανασκαφικών ερευνών. «Δεν μπορούμε να πούμε τίποτε συγκεκριμένο», σημείωσε, «αφού δεν έχουμε στα χέρια μας κάτι περισσότερο, παρά μόνο ενδείξεις, ιστορικές πηγές και όσα μεταφέρουν από γενιά σε γενιά οι κάτοικοι της περιοχής».
Σε αυτήν την ανασκαφική προσπάθεια πολύτιμη είναι η βοήθεια που προσφέρει στην αρχαιολογική υπηρεσία ο Δήμος Αμφίπολης. Οδηγός της Κατερίνας Περιστέρη σε αυτό το εγχείρημα ήταν ο πρώτος ερευνητής του χώρου, ο αρχαιολόγος Δημήτρης Λαζαρίδης, ο οποίος είχε επιχειρήσει ανασκαφές από το 1965 μέχρι τον θάνατο του το 1985.
Η Ρωξάνη ήταν η πρώτη σύζυγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που γεννήθηκε περί το 341 π.Χ. στην Βακτρία (τότε Ανατολική Περσία, τώρα βόρειο Αφγανιστάν). Ύστερα από την κατάκτηση του φρουρίου του πατέρα της από τον Μέγα Αλέξανδρο και σε ηλικία 14 ετών, παντρεύτηκε τον μεγάλο στρατηλάτη το 327 π.Χ. Ο γάμος τους είχε πολιτική σκοπιμότητα για τον εξευμενισμό των Βακτρικών Σατραπιών, όμως σύμφωνα με μαρτυρίες ο Αλέξανδρος είχε δηλώσει ερωτευμένος.
Η Ρωξάνη τον συνόδευσε στην εκστρατεία του στην Ινδία και γέννησε τον γιο τους Αλέξανδρο Δ΄ μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου στη Βαβυλώνα το 323 π.Χ.. Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου άφησε εκτεθειμένους τη Ρωξάνη και το γιο της, οι οποίοι έπεσαν θύματα άγριας δολοφονίας το 311 π.Χ. μετά από εντολή του βασιλιά Κασσάνδρου. Τα αίτια των δολοφονιών ήταν για να σφετεριστεί τον θρόνο του βασιλείου, μια και ο 12χρονος Αλέξανδρος Δ΄ ήταν ο μόνος νόμιμος διάδοχος της τεράστιας αυτοκρατορίας.




Τρίτη, Μαΐου 29, 2012

Η πιο τραγική επέτειος...


Ένα παλαιότερο, αλλά διαχρονικό κείμενο, της δημοσιογράφου Ελίνας Γαληνού για την Άλωση της Πόλης, που αξίζει να διαβαστεί με την ευκαιρία της σημερινής θλιβερής επετείου.
ΔΕΕ

Η τελευταία πράξη
της Ελίνας Γαληνού
Ήταν Τρίτη 29 Μαΐου. Η αντίσταση των Βυζαντινών έδειχνε από μέρες να πνέει τα λοίσθια. Οι οιωνοί το είχαν προδιαγράψει αλλά οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήθελαν να το δεχτούν. Πίστευαν ακόμα σ΄ ένα θαύμα ότι η Πόλη θα σωθεί, κι΄ας είχαν δεί την εικόνα της Δέσποινας να δακρύζει στην τελευταία λειτουργία. Ο Αυτοκράτοράς προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να τους στηρίξει και να τους εμψυχώσει. Έμπαινε στη μάχη μπροστάρης και κείνοι βλέποντάς τον να μην αφήνει το σπαθί από το χέρι, έπαιρναν δύναμη από το θάρρος του και συνέχιζαν. Ώσπου....οι στρατιώτες του Μωάμεθ ανακάλυψαν την Κερκόπορτα που είχε μείνει ανοιχτή. Τα μανιασμένα στίφη όρμησαν με άγρια χαρά στα αφύλακτα πλέον τείχη της Βασιλεύουσας και αιφνιδίασαν τους υπερασπιστές της Πόλης. Μέχρι το μεσημέρι, η αυλαία της τελευταίας Βυζαντινής άνοιξης, είχε πέσει...
Οι μνήμες αυτές έρχονται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στο νου όπως είναι φυσικό. Θα αναβιώνουν πάντα μέσα από τις γραφές του Φραντζή, του Δούκα, του Κριτόβουλου και του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη-των τεσσάρων αυθεντικών χρονογράφων της Άλωσης. Η θλίψη θα γεννά αιώνια ένα "γιατί" που θα ωθεί συνεχώς σε μια βαθύτερη διερεύνηση της Ιστορίας. Διότι η "αποφράς" ημερομηνία της 29ης Μαίου 1453, δεν ήταν παρά η τελευταία πράξη της Άλωσης. Η ουσιαστική Άλωση, είχε αρχίσει πολλούς αιώνες πριν. Ίσως από το 1071 μ.Χ. όπου ο τότε αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης, αντιμετώπισε την πρόκληση των Σελτζούκων Τούρκων παραγνωρίζοντας την επικινδυνότητά τους...

Έτσι στο Μαντζικέρτ, οι Τούρκοι έκαναν το πρώτο μεγάλο κατακτητικό τους βήμα προς το Βυζάντιο. Ήταν άραγε σύμπτωση που η χρονολογία αυτή, δεν απείχε παρά λίγα χρόνια από το Σχίσμα των δύο Εκκλησιών όπου οι σχέσεις Βυζαντίου και "Εσπερίας" έφτασαν στο αποκορύφωμα της εχθρικότητάς τους; Η Ιστορία πάντως θα μας έδειχνε πολλές φορές ότι οι Τούρκοι ήξεραν να καιροσκοπούν και να χτυπούν πάντα στην κατάλληλη στιγμή...
Η πρώτη Άλωση της Πόλης το 1204, έδινε ένα καίριο χτύπημα στην άλλοτε κραταιά Αυτοκρατορία, μειώνοντάς της την εδαφική και θαλάσσια επικράτεια από περιοχές είτε πλουτοπαραγωγικές, είτε στρατηγικής σημασίας. Αν και η φράγκικη κατοχή διάρκεσε μερικές δεκαετίες, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν ανάκτησε ποτέ την ισχύ που έχασε. Τα προνόμια που είχαν κάποτε παραχωρηθεί από το Βυζάντιο στους Βενετούς υπό μορφή μιας άτυπης στρατηγικής συμμαχίας για τον έλεγχο των στενών του Οτράντο από τις επιδρομές των Νορμανδών, είχαν από τότε ανοίξει τον δρόμο της λατινικής διείσδυσης. Οι εσωτερικές έριδες για τη μοιρασιά των αξιωμάτων με αντίστοιχα προνόμια, αποσυντόνιζαν την αυτοκρατορία που βυθισμένη μέσα στον θεοκρατικό λήθαργό της, δεν έβλεπε παραπέρα. Η οικονομία εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από ξένους δανειστές, τα χρέη αυξάνονταν, οι εγχώριες παραγωγές έφθιναν. Οι νέοι κατέφευγαν στα μοναστήρια και ο στρατός συμπληρωνόταν από ξένους μισθοφόρους. Ο συγκεντρωτισμός που επικρατούσε στη Βασιλεύουσα, είχε αρκετά απομακρύνει το βλέμμα των ηγεμόνων από την βυζαντινή επαρχία.
Μετά την περιπέτεια του 1204, εμφανίστηκε μια τάση αναθεώρησης παλιών ιδεολογικών αγκυλώσεων στους Βυζαντινούς, όπου άρχισαν να ανατρέχουν στο παρελθόν αναζητώντας ισχυρότερα υπαρξιακά ερείσματα στις έννοιες "Ελλην" και "Εθνος". Η αναθεώρηση αυτή, θα αμβλύνει τις αντιλήψεις πολλών λογίων όσον αφορά την απομάκρυνση από την αρχαιοελληνικό πολιτισμό που είχε σημειωθεί με ακραίο τρόπο στην πρώτη χιλιετηρίδα του Βυζαντίου. Σ΄αυτό το χρονικό σημείο, η σημασία των αρχαίων κειμένων της ελληνικής φιλοσοφίας και των θετικών επιστημών, αναβαθμίζεται επιχειρώντας μια αλλαγή τροχιάς στην κατεύθυνση της εκπαίδευσης των βυζαντινών. Η υπεράσπιση της πατρίδας, προβάλλεται σαν εθνική αναγκαιότητα ωθώντας τώρα περισσότερους νέους στον στρατό. Όμως, αυτά τα σημεία των καιρών, αν και ελπιδοφόρα δεν αποδεικνύονται αρκετά. Οι εγχώριες παθογένειες που έφθιναν την αυτοκρατορία, παραμένουν, ενώ οι έριδες στο Ιερό Παλάτιο, συνεχίζουν το φθοροποιό τους έργο. Κατά την πολύχρονη διαμάχη μεταξύ της δυναστείας Κατακουζηνών και Παλαιολόγων, οι Τούρκοι θα καταλάβουν την χερσόνησο της Καλλίπολης και στη συνέχεια, όλη την Μακεδονία-έναν σχεδόν αιώνα πριν την οριστική Άλωση...
Από τότε, η (εναπομείνασα) Βυζαντινή Αυτοκρατορία, θα παλεύει να επιβιώσει με ολοένα πιο φθίνουσες αντιστάσεις. Θα συνεχίσει να απειλείται από τις εσωτερικές ανατροπές και τις αλλότριες επιβουλές, ελπίζοντας σε ένα "θαύμα". Οι Οθωμανοί θα επιχειρήσουν την πρώτη πολιορκία της Πόλης κατά την έξοδο του 14ου αιώνα, αλλά ο Θεός θα δώσει στους Βυζαντινούς μια ακόμα χρονική ευκαιρία. Η επιθετικότητα του εκ Μογγολίας Ταμερλάνου θα φοβίσει τους Οθωμανούς και κείνοι θα αναγκαστούν να ζητήσουν συμπαράσταση από τον Μανουήλ Παλαιολόγο, επιστρέφοντάς του εδάφη και απαλλάσοντάς τον από φόρους υποτελείας. Αυτή η συγκυρία θα δώσει μια πρόσκαιρη ανάσα στο Βυζάντιο και οι Παλαιολόγοι θα επιχειρήσουν να ισχυροποιηθούν μέσω συμμαχιών από τη Δύση. Η Εσπερία όμως ελέγχεται από το Βατικανό και ο Πάπας θα επιδιώξει να επωφεληθεί από τις ανάγκες των Βυζαντινών για να εδραιώσει τη θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως κυρίαρχη σε όλα τα χριστιανικά κράτη Ανατολής και Δύσης. Έτσι, οι Βυζαντινοί προσέρχονται στην Σύνοδο των Δύο Εκκλησιών όπου τον Σεπτέμβριο του 1439, θα υπογράψουν υπέρ της Ένωσης, χωρίς να επιτύχουν ωστόσο ουσιαστικό συμβιβασμό στις βασικές θέσεις διαφοροποίησης της Ορθόδοξης από την Καθολική Εκκλησία. Η εξέλιξη αυτή θα πυροδοτήσει έτι περισσότερο τον διχασμό του βυζαντινού λαού ανάμεσα στους ενωτικούς και ανθενωτικούς, εκτρέφοντας παρεξηγήσεις χρόνιες. Ωστόσο, θα επιτευχθεί ένα κλίμα σχετικής "συμφιλίωσης" που θα οδηγήσει στην διοργάνωση μιας μεγάλης σταυροφορίας χριστιανικών λαών κατά των Οθωμανών το 1444, υπό την αιγίδα του Πάπα. Όμως ο Μουράτ κατατροπώνει τους χριστιανούς στη Βάρνα και το πλήγμα είναι τόσο ισχυρό, που για πολλά χρόνια μετά οι λαοί της Εσπερίας δεν θα ξανατολμήσουν κάτι ανάλογο...
Εννέα χρόνια μετά, βασιζόμενος στις χαλαρές υποσχέσεις βοήθειας Βενετσιάνων και Γενοβέζων και στις αμφιλεγόμενες διαθέσεις του Δόγη Φραντσέσκο Φόσκαρι, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πλαισιωμένος από ασθενή στρατό και εξαθλιωμένους πολίτες, με μόνο όπλο το υπέρ πατρίδος φιλότιμο, θα αγωνιστεί ως την τελευταία στιγμή της μάχης "υπέρ βωμών και εστιών". Ήταν όμως αργά, πολύ αργά. Γιατί η κατεδάφιση ενός κράτους όταν έχει αρχίσει τόσα χρόνια πριν, δεν προλαβαίνεται τις τελευταίες μέρες. Και τότε, δεν μένει παρά να παλέψει κανείς για την τιμή των όπλων, ώστε να δικαιωθεί μ΄ ένα αξιοπρεπές τέλος.
Πόσα δεν έχουμε ξεχάσει από εκείνες τις εποχές....

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2011/05/blog-post_3109.html#more



 

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2011

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Κωνσταντίνος Χολέβας-Πολιτικός Επιστήμων
            Επιτέλους ας ακούσουμε και ας διαβάσουμε κάτι αισιόδοξο. Φτάνει πια με τις δυσάρεστες οικονομικές ειδήσεις, μάς έχουν ψυχοπλακώσει. Αυτά και άλλα παρόμοια ακούει, αγαπητοί αναγνώστες, ο καθένας μας όπου κι αν κινείται, με όποιους  κι αν συζητεί. Προσωπικά πιστεύω ότι δύο είναι οι κύριες δυνάμεις που μπορούν να απομακρύνουν την εθνική κατάθλιψη και να δώσουν ελπίδα στον λαό μας. Πρώτον η πίστη στον Θεό και  στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεύτερον η μελέτη της διαχρονικής πορείας του Ελληνισμού από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα και η αναζήτηση προτύπων και παραδειγμάτων από τις μεγάλες προσωπικότητες που χάραξαν την πορεία μας. Για μια τέτοια προσωπικότητα θα σας μιλήσω σήμερα. Μία προσωπικότητα που συνεχίζει να δίνει ακόμη και σήμερα μάχες υπέρ του Ελληνισμού. Αναφέρομαι στον Μέγα Αλέξανδρο.
            Την ώρα που ορισμένα ευρωπαϊκά μέσα ενημερώσεως μάς λοιδορούν, οι ηγέτες της Ευρώπης μάς ταπεινώνουν και τα λάθη μερικών Ελλήνων πολιτικών μάς θλίβουν και μάς συνθλίβουν, ο Μακεδών βασιλεύς και στρατηλάτης προβάλλει στη Γαλλία το μεγαλείο του Ελληνισμού και τονώνει την εθνική μας υπερηφάνεια. Προ ολίγων ημερών είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μία εκδήλωση του Συνδέσμου Γυναικών Μακεδονίας –Θεσσαλονίκης με θέμα: Ο Μέγας Αλέξανδρος στο Λούβρο. Μού έκανε εντύπωση η γλαφυρή και κατατοπιστική ομιλία της κ. Πολυξένης Αδάμ-Βελένη, Διευθύντριας του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Μας παρουσίασε τη φιλοσοφία και τη χωροταξία, βάσει της οποίας στήθηκε μία μεγάλη έκθεση για την αρχαία Μακεδονία στο φημισμένο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι. Από τα τέλη Οκτωβρίου μέχρι τις 16 Ιανουαρίου η μεγάλη κεντρική αίθουσα του φημισμένου  μουσείου θα είναι αφιερωμένη στην ελληνικότατη Μακεδονία των αρχαίων, των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων με επίκεντρο βεβαίως τη μορφή του Αλεξάνδρου. Έτσι χιλιάδες επισκέπτες από όλον τον κόσμο θα μάθουν και θα δουν κάτι θετικό για την Ελλάδα, θα καταλάβουν ότι αυτός ο τόπος γέννησε μεγάλες ιστορικές μορφές, έστω κι αν σήμερα ταλαιπωρείται και διασύρεται από τα λάθη των νεωτέρων Ελλήνων.
            Οι συλλογές που εκτίθενται στο Λούβρο προέρχονται αφ’ ενός μεν από Μουσεία της Βορείου Ελλάδος, αφ’ ετέρου δε από μακεδονικά ευρήματα που ανέσκαψαν Γάλλοι αρχαιολόγοι σε παλαιότερες εποχές και τα είχαν μεταφέρει στην πατρίδα τους. Όπως μας εξήγησε η κ. Βελένη η πρώτη γαλλική αρχαιολογική αποστολή στη  Μακεδονία έγινε γύρω στο 1860 με τον Λεόν Εζέ. Η δεύτερη ανασκαφική προσπάθεια των Γάλλων έγινε το 1916, όταν ο Διχασμός μας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έφερε  αγγλικά και γαλλικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη για να μετάσχουν στο Βαλκανικό Μέτωπο μαζί με Έλληνες και Σέρβους και εναντίον Γερμανών και Βουλγάρων. Μάλιστα τότε η κυβέρνηση Βενιζέλου, που είχε αποσχισθεί από την βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών, έδωσε την άδεια να γίνουν αυτές οι ανασκαφές με τη συμφωνία ότι τα ευρήματα των μακεδονικών τάφων (τούμπες) θα μοιράζονται στα τρία. Το ένα τρίτο θα μένει στην Ελλάδα, το άλλο ένα τρίτο θα πηγαίνει στη Γαλλία και το τελευταίο ένα τρίτο στην Βρετανία. Τώρα για πρώτη φορά ευρήματα και κτερίσματα από τον ίδιο τάφο ενώθηκαν και συναντήθηκαν. Δηλαδή τα ευρισκόμενα στην Ελλάδα ταξίδεψαν προσωρινά και ενώθηκαν με όσα είχαν μεταφερθεί μετά το 1918 στη Γαλλία.
            Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι την ίδια περίοδο εκτίθενται σε άλλες λιγότερο κεντρικές αίθουσες του Λούβρου και αρχαιολογικά ευρήματα από την Κίνα. Όμως την κινεζική έκθεση την χρηματοδότησαν μόνοι τους οι Κινέζοι, ενώ την έκθεση για τον Αλέξανδρο την χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου το γαλλικό μουσείο χωρίς να χρειασθεί η ελληνική οικονομική ενίσχυση. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μεγάλες επεξηγηματικές επιγραφές μέσα στην αίθουσα είναι γραμμένες στη γαλλική, αγγλική και ελληνική γλώσσα! Φυσικά μέσα από τα εκθέματα και τις ελληνικότατες επιγραφές  των μνημείων διατρανώνεται διεθνώς και πανηγυρικώς η ελληνική ταυτότητα των Αρχαίων Μακεδόνων κάτι που δεν θα αρέσει στους γείτονές μας τους σκοπιανούς. Αλλά καιρός είναι, να παύσουμε να μοιρολογούμε ηττοπαθώς για τα αγάλματα του Αλεξάνδρου που ανεγείρονται στην ΠΓΔΜ και να ασχοληθούμε περισσότερο με τον Αλέξανδρο, τον Φίλιππο και το μεγαλείο της Αρχαίας Μακεδονίας. Αλήθεια πόσα ελληνόπουλα γνωρίζουν ότι στο μεγαλύτερο γαλλικό μουσείο το κύριο θέμα που προβάλλεται και συζητείται είναι «Το Βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου» , όπως μεταφράζεται ακριβώς ο τίτλος της έκθεσης ( LE ROYAUME D  ALEXANDRE LE GRAND);
            Από τα πολλά και ενδιαφέροντα που μας εξήγησε με οπτικοακουστικά μέσα η κ. Αδάμ-Βελένη συγκράτησα το μίσος των Ρωμαίων κατακτητών του 2ου π.Χ. αιώνος κατά της Πέλλας. Η πρωτεύουσα του Αλεξάνδρου  ενοχλούσε τους Ρωμαίους, διότι θύμιζε την μεγάλη ελληνική αυτοκρατορία που έφθασε ως την Ινδία. Την κατέσκαψαν, την λεηλάτησαν και επί 90 ημέρες τελούσαν στη Ρώμη την τελετή του θριάμβου επιδεικνύοντας τα λάφυρα από την κατακτημένη μακεδονική πρωτεύουσα! Ίσως σε τέτοιες κακίες και εκδηλώσεις ανθελληνικού φθόνου να βρίσκεται η εξήγηση για τη διάθεση των δυτικοευρωπαίων να μας ταπεινώνουν.  Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να παραμείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΕΥΡΩ, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μας ας έχουμε καταγράψει και τα αισθήματα ζήλιας της Δύσης απέναντι στον Αλέξανδρο (και στο Βυζάντιο). Λίγη Ιστορία δεν βλάπτει!
Κ.Χ. 1.12.2011

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2011

EDESSA Macedonia, Greece.


Ένα παλιό κείμενο του αείμνηστου αρχαιολόγου Φ. Πέτσα, γραμμένο για την "Εγκυκλοπαίδεια του (Πανεπιστημίου) Πρίνστον των τοποθεσιών της κλασσικής (αρχαιότητας)", στην οποία αποτελούσε το σχετικό λήμμα για την αρχαία Έδεσσα.
ΔΕΕ

EDESSA Macedonia, Greece.

Very ancient city of Emathia on the NE slope of Mt. Vermion. The first inhabitants of the area were the Bryges, a Thracian tribe known under the name of Phrygians in Asia Minor, where they finally took refuge after being driven back by the Macedonians coming from the W, from the mountains of Pindus, and from Upper Macedonia, ca. 700 B.C. (Hdt. 8.137; Just. 7.1). Linguistically the word Edessa is considered Phrygian (from vedy-water), and it survived over the centuries, alternating at times with the word Aigai, a common name for many Greek towns. Edessa was the first capital of the Macedonians in historical times, until King Archelaos (413-399 B.C.) transferred his seat to Pella.
Under the name of Aigai (Diod. 16.3, 92, 19.52, 22 frag. 12; Just. 7.1; Arr. 1.11.1; Plin. HN 4.33; Steph. Byz. s.v. Aigai), the city was closely associated with the palace and the royal cemetery, both of which remained fairly important even after the transfer of the capital to Pella. It was there that religious ceremonies and festivals, weddings, and funerals took place; there that Philip was assassinated in the city theater while celebrating the wedding of his daughter Cleopatra with King Alexander of the Epirots. Members of the royal family were buried in the royal cemetery of Aigai according to the instructions of the head of the Temenid dynasty Perdikka, in order to maintain the dynasty (Just. 7.1). Only Alexander was buried far from Aigai and decline set in. But even after Alexander's death, Kassander buried the monarchs Philip Arridaios and Eurydice, as well as Eurydice's mother Kynna, in Aigai with royal honors.
The city is found under the name Edessa in Polybios (5.97), Diodoros (31.8.8), Strabo (7.223 and 10.449), Appian (Syr. 57), Plutarch (Vit. Pyrrh. 10, 12), Polynenus (2.29.2), Ptolemy (13.39 and 8.12.7), Hierokles, and other Byzantine writers. In later Byzantine years and during the Turkish occupation the Slavic name of the city, Vodena, became more common. Today the city is called Edessa again.
The acropolis extended over the great plateau where the modern city is situated with its famous cataracts. Its position is well fortified and strategically important because, of the three passes over Mt. Vermion, it dominates the one farthest N. Through it came the most important road that connected lower Macedonia on the coast with upper Macedonia and the Adriatic with the Aegean. During Roman times Edessa was a post on the Via Egnatia.
Few remains are preserved from the acropolis of Edessa because of the continuous life of the city and the perishable nature of the building materials in the area (poros and wood). The lower city, on the contrary, has valuable ruins. During the years 1923 to 1924 limited excavations were started, and from 1967 to the present extensive research has been carried on in the whole area of the lower city. The wall enclosure has been established and partly uncovered, as well as gates and rectangular towers. The first period of the walls, characterized by the technique of building with stones of unequal sizes, goes back to the 4th c. B.C., but extensive repairs are noticeable until the later Byzantine years, during which gates, as well as towers, were walled in or rearranged during successive additions and modifications. None of the monuments mentioned by ancient writers (temples, palace, theater, royal tombs, etc.) have yet been found. The artifacts which can be removed are mostly marble architectural fragments, inscriptions, and sculpture, the majority of them dating from the Roman period. An old Christian basilica was also excavated, as well as parts of other Byzantine monuments. The finds are kept in the Edessa Museum and the Thessalonika Museum.

BIBLIOGRAPHY

S. Pelekides. Ἀνασκαφή Ἐδέσσης, Deltion 8 (1923) 259-69PI; F. Geyer, Makedonia (Topographie) RE 14.1 (1928) 658; J. M. Cormack, Inscriptions from Macedonian Edessa and Pella II (1953) 374-81; id., Inscriptions from Macedonia, BSA 58 (1963) 20-24; P. Lvque, Pyrrhos (1957) 147ff passim; M. Karamanole-Siganidou, Χαλκῆ χείρ Σαβαζίου ἐξ Ἐδέσσης, Deltion 22 (1967) 149-55I; M. Michaelides, Παλαιοχριστιανική Ἔδεσσα Ἀνασκαφή Βασιλικῆς Α, Deltion 23 (1968) 195-220PI; Ph. M. Petsas, Χρονικά Ἀρχαιολογικά 1966-67, Μακεδονικά 9 (1969) 175-77II; id., Αἰγαί-Πἐλλα-Θεσσαλονικη, Ἀρχαία Μακεδονία, ἔκδ. Ἑταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν Θεσσαλονίκη (1970) 203-1911MPI; N.G.L. Hammond, A History of Macedonia I (1972).

PH. M. PETSAS

The Princeton Encyclopedia of Classical Sites
Edited by: Richard Stillwell

Princeton, N.J. Princeton University Press 1976


Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2011

Η κατάληψη της Έδεσσας


Μια εξαιρετική εργασία του  διακεκριμένου ανωτάτου δικαστικού και εξέχοντος συμπολίτη μας Γεωργίου Μίντση, επιλέξαμε να αναρτήσουμε πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές της ιστοσελίδας. Διαπραγματεύεται ένα σημαντικό θέμα, που αποτελεί και αμφιλεγόμενο ζήτημα στην ιστορική έρευνα, την ακριβή χρονολογία κατάληψης της πόλης μας από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Θεωρώ ότι η απάντηση που δίνεται είναι ενδιαφέρουσα και πειστική. Να σημειωθεί ότι ο κ. Μίντσης έχει δημοσιεύσει και στο παρελθόν αξιολογότατα ιστορικά έργα και μελέτες, από τα οποία ασφαλώς ξεχωρίζει το βιβλίο του: "80 χρόνια ελεύθερη Έδεσσα, 1912-1992" που εκδόθηκε το 1992 από τον Δήμο.
ΔΕΕ
Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΔΕΣΣΑΣ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ (1389)
Γεώργιος Μίντσης

Με την κατάληψη της Καλλιπόλεως στον Ελλήσποντο το Μάρτιο του 1354, μάλιστα μετά από πρόσκληση του συναυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, εμφανίσθηκε στην Ευρώπη ασιατικός λαός, στον οποίο επρόκειτο να υποδουλωθεί όλη η Βαλκανική για περισσότερο από μισή χιλιετία, οι Τούρκοι. Η εξάπλωση των Τούρκων σε βάρος όχι μόνο των Βυζαντινών, αλλά και των Βουλγάρων, των Σέρβων και των Αλβανών, υπήρξε ταχύτατη. Οι επιτυχίες, που είχε στην περιοχή της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 1382 ο δεσπότης της Θεσσαλονίκης Μανουήλ, εξόργισαν τον Τούρκο σουλτάνο Μουράτ Α΄ Χουνταβεντικιάρ (= ο μονάρχης, 1360-1389), ο οποίος διέταξε τον «μπεηλέρμπεη» της Ρούμελης (Βαλκανίων) Χαϊρεντίν-πασά να βαδίσει εναντίον της Δυτικής Μακεδονίας. ΄Ετσι, ανάμεσα στις πόλεις της Μακεδονίας, που κατελήφθησαν από τους Τούρκους την όγδοη δεκαετία του 14ου αι., ήταν και η Έδεσσα1.
Δεν έχει ιστορικά διευκρινισθεί η ακριβής χρονολογία καταλήψεως της Έδεσσας από τους Τούρκους και τούτο, γιατί δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στις βυζαντινές πηγές· αντίθετα, διασώζονται μερικές αναφορές από Τούρκους χρονογράφους, μεταγενέστερους όμως της αλώσεως της Έδεσσας. Γνωστότερος απ’ αυτούς είναι ο Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την Έδεσσα την άνοιξη του 1668, και από το κείμενο του οποίου προκύπτει έμμεσα ότι η κατάληψη της πόλεως έγινε από το σουλτάνο Μουράτ Α΄ που βασίλευσε το διάστημα 1360-1389. Συγκεκριμένα, ο Τσελεμπή αναφέρει ότι μετά την κατάληψη της πόλεως έγινε επανάσταση των χριστιανών στη διάρκεια της μουσουλμανικής γιορτής του μπαϊραμιού και την επανάσταση αυτή οι Τούρκοι κατέπνιξαν στο αίμα. γι’ αυτό το λόγο πήραν χάτι-σερίφ (= αυτοκρατορική γραφή) από το Γαζή (= νικητή) σουλτάνο Μουράτ Α΄ 2. Το συμπέρασμα που προκύπτει, λοιπόν, από τις αναφορές του Τσελεμπή είναι ότι, αφού η εξέγερση των Ελλήνων έγινε στη διάρκεια της βασιλείας του Μουράτ Α’, άρα και η κατάληψη της πόλεως έγινε επί του ίδιου σουλτάνου και οπωσδήποτε μετά το 1385, έτος για το οποίο είναι γνωστό ότι κυβερνούσε την Ελλάδα ο Σέρβος Nicola Βaldovin Bagaš3.
Η έμμεση αυτή πληροφορία. που αντλείται από το κείμενο του Εβλιγιά Τσελεμπή, γίνεται ευρέως αποδεκτή στην ελληνική ιστοριογραφία (ίσως γιατί ο Τσελεμπή είναι από τους λίγους Τούρκους χρονογράφους μεταφρασμένους στα ελληνικά). Έτσι η  μάλλον κρατούσα γνώμη4 τοποθετεί την άλωση της Έδεσσας στην απώτερη χρονικά στιγμή της κρίσιμης περιόδου 1385-1389 (post quem-ante quem), δηλαδή στα 1389.
Μια άλλη γνώμη5, στηριζόμενη σε συμβόλαια αγοραπωλησίας αιχμαλώτων από την Έδεσσα, τα οποία υπογράφησαν στην ενετοκρατούμενη Κρήτη το 13826, βγάζει το συμπέρασμα ότι πιθανόν η Έδεσσα να κατελήφθη από τους Τούρκους τη χρονιά εκείνη (1382) και κατόπιν τούτου οι Εδεσσαίοι αιχμάλωτοι της μάχης πουλήθηκαν από τους κατακτητές Τούρκους στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης.
Μια άλλη γνώμη7 τοποθετεί την άλωση της Έδεσσας ακόμη νωρίτερα, στο οκταετές διάστημα μεταξύ 1373 (άλωση της Βέροιας σύμφωνα με το Στουγιαννάκη) και 1381 (άλωση των Βιτωλίων = Μοναστήρι), δεδομένου ότι τα Βοδενά βρίσκονται ανάμεσα στις δύο αυτές πόλεις.
Εντούτοις δεν έχουν αξιοποιηθεί τα έργα δύο άλλων Τούρκων χρονογράφων χρονικώς πλησιέστερων προς την άλωση της Έδεσσας. Πρόκειται για τους Nešri και Saddedin8. Συγκεκριμένα ο Οθωμανός ιστορικός Nešri (πέθανε το 1520 στην Προύσα) έγραψε το 6τομο έργο Gihannuma (= Άτλας του κόσμου) μεταξύ των ετών 1485-1495, από το οποίο διεσώθη μόνον ο έκτος τόμος με τίτλο Tarih-i Al-i Osman  [= Ιστορία του κράτους των Οθωμανών (κριτική έκδοση από το Νördelke στη συλλογή Zeitschrift der Morgenländischen Geselschaft, τ. 13, σ. 176-218 και τ. 15 σ.333-380 στα τούρκικα και γερμανικά)]. Μεταξύ των άλλων στοιχείων που δίνει ο Nešri για τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Βαγιαζίτ Γιλδιρίμ (= Κεραυνοβόλος, 1389-1402) περιλαμβάνεται και η πληροφορία ότι, αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο (4 Ramadan 791 = 27 Αυγούστου 1389), ο Βαγιαζίτ άφησε στις Σέρρες τον Εβρενός μπέη και προήλασε για να καταλάβει τα Βοδενά και το Κίτρος (στην Πιερία). Επίσης, ο μεταγενέστερος του  Nešri χρονογράφος  Saddedin (1536-1599, στην καταγωγή Πέρσης από το Ισπαχάν) αναφέρει (τόμ. Ι, σελ. 126) ότι ο Βαγιαζίτ έστειλε τον Εβρενός μπέη στην παλιά πρωτεύουσά του, τις Σέρρες, με την εντολή να καταλάβει τις οχυρές πόλεις (αναγράφεται ρητά ως) Vodena και Κίτρος.
Από τα χωρία αυτά των δύο παραπάνω (προγενέστερων και πιο αξιόπιστων του Τσελεμπή) Τούρκων χρονογράφων προκύπτει ρητά ότι τα Βοδενά δεν είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους επί βασιλείας του Μουράτ Α΄, αλλά κατελήφθησαν αμέσως μετά την ενθρόνιση του Βαγιαζίτ (27 Αυγούστου 1389), του οποίου πρώτο μέλημα υπήρξε η άλωση των Βοδενών και του Κίτρους, άρα η άλωση της Έδεσσας πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά στους τελευταίους μήνες του 1389 ή στις αρχές του 1390.
Στηριγμένος στα στοιχεία αυτά ο σπουδαίος Γερμανός τουρκολόγος C. F. Seybold σε μια ειδική για το θέμα αυτό μελέτη του, όχι μόνο δέχεται την ορθότητα των πληροφοριών των Nešri και Saddedin, αλλά και υποστηρίζει ότι ο αναγνωρισμένος στρατηγικός νους του νέου σουλτάνου Βαγιαζίτ Γιλδιρίμ συνέλαβε τη στρατηγική σημασία της Έδεσσας ως διόδου προς την Άνω Μακεδονία και την Αλβανία και του Κίτρους ως διόδου προς τα Τέμπη και τη Θεσσαλία, και για τούτο έθεσε ως πρώτο μέλημά του την κατάληψη αυτών των δύο οχυρών πόλεων9. Ο Seybold, μάλιστα, υποστηρίζει ότι η ορθή ανάγνωση των με αραβικά στοιχεία τοπωνυμικών λέξεων στο κείμενο του Nešri είναι Vodena = Έδεσσα και όχι Widin της Βόρειας Βουλγαρίας.
Το μόνο σημείο, στο οποίο διαφέρουν οι Nešri και Saddedin, είναι το αν την Έδεσσα (και το Κίτρος) κατέλαβε αυτοπροσώπως ο σουλτάνος Βαγιαζίτ ή έστειλε για το σκοπό αυτό το στρατηγό του Γαζή Εβρενός μπέη, ο οποίος - ας σημειωθεί - ήταν εκτουρκισμένος Έλληνας με το όνομα Αυγερινός ή Όρνος10 η άποψη υπέρ του Εβρενός είναι η επικρατέστερη, αν συνδυαστεί μάλιστα με τη μαρτυρία του Τσελεμπή και με την επιτόπια προφορική παράδοση11 περί καταλήψεως της Έδεσσας από το Ι’αζή Εβρενός, ο οποίος θεωρείται ιδρυτής της πόλης των Γιανιτσών12, όπου πήρε τεράστιες εκτάσεις ως φέουδο (= ζιαμέτ)13.
Πάντως, σύμφωνα με μια πληροφορία14, μέχρι το 1912 ανάμεσα στους Τούρκους της Έδεσσας υπήρχε η παράδοση ότι η κατάληψη της πόλεως έγινε από τον Τούρκο στρατηγό Αλάν και το όνομά του πήρε η περιοχή της Έδεσσας (σημ. εργοστάσιο ΣΕΦΕ.ΚΟ.), απ’ όπου κατά την παράδοση μπήκε ο Αλάν στην πολιορκούμενη πόλη. Τέλος η σχετική ελληνική προφορική παράδοση (όπως προαναφέρθηκε, γραπτή ελληνική πηγή δεν υπάρχει) αναφέρει ότι η Έδεσσα κατελήφθη από τους Τούρκους έπειτα από πολιορκία του Εβρενός μπέη και μόνο χάρη στην προδοσία του περίφημου Κελ-Πέτρου (= ΙΙέτρος ο Κασιδιάρης). Αυτά γράφει ο Στουγιαννάκης15, τον οποίο ακολουθούν οι Σιβένας16 και Απ. Βακαλόπουλος17· παραδόξως ο μητροπολίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος18 αναφέρει ότι η Έδεσσα «έπεσε» μετά οκτάμηνη πολιορκία. χωρίς να αιτιολογεί από πού προκύπτει το στοιχείο του χρόνου διάρκειας της πολιορκίας.
Εντούτοις, αντίθετα προς όλες αυτές τις προφορικές παραδόσεις (ελληνικές και τουρκικές) από τα νεότερα —σερβικής προέλευσης— ιστορικά στοιχεία των Κωδίκων της Μονής Αγίου Παύλου του Αγίου ‘Ορους19 διαφαίνεται ότι η Έδεσσα δεν κατελήφθη από τους Τούρκους κατόπιν μακράς πολιορκίας, αλλά παρεδόθη σ’ αυτούς ίσως και αμαχητί από τους Σέρβους κυρίους της και για το λόγο αυτό δεν κατεστράφη από τους Τούρκους· τελικά, όμως, την καταστροφή δεν απέφυγε η Έδεσσα, γιατί σε λίγα χρόνια συνέβη ο καταστροφικός σεισμός του 1395, σ οποίος ισοπέδωσε την πόλη. όπως μας πληροφορεί το βραχύ χρονικό 60α της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών: «έγινεν ο σεισμός ο μέγας και εχάλασαν και εβυθίστηκαν τα Βοδενά»20.

Σημειώσεις-Παραπομπές
1. Βλ. Απ. Βακαλόπουλου: «Πολιτική Ιστορία (της Μακεδονίας από το 1354 ως το 1430), σσ. 314-318, στο συλλογικό έργο Μακεδονία, 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού).
2. Βλ. Β. Δημητριάδη, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκη 1973. σσ. 237-38.
 3. Βλ. Ninoslava Radošević – Gojiko Subotić, «БОГОРОДИЧА ГАВАЛИОТИСА У ВОДЕНУ» - «Η Παναγία Γαβαλιώτισσα στην Έδεσσα»), Sbornik Radova Byzantološkog Ιnstituta ΧΧVΙΙ - ΧΧVIII (Beograd 1989) 217-263, 257. Επίσης, βλ. Subotić, «МАНАСТИР БОГОРОДИЧЕ МЕСОНИСИОТИСА» («Μοναστήρι Παναγίας Μεσονησιώτισσας»), ομοίως στο S.R.B.I.. ΧΧVI (Beograd 1987) 125-171, 168.
4. Βλ. Απ. Βακαλόπουλου, ό.π., σελ. 386. Του ιδίου, Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, α΄ έκδοση 1969, ανατύπωση 1988, Θεσσαλονίκη, σ. 42. V. Kravari, Villes et Villages de Macedoine occidentale, στη σειρά Réalités Byzantines, Paris χ.χ., σ. 68.
5. Βλ. Κ. Σταλίδη, Η Έδεσσα στα χρόνια της τουρκοκρατίας (Ι4ος αι.-1912), Έδεσσα
1988, σ. 102.
6. Βλ. Κ. Μέρτζιου, Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1947, σσ. 7-8.
7. Βλ. Ε. Στουγιαννάκη, Έδεσσα η Μακεδονική εν τη Ιστορία, Θεσσαλονίκη 1932, α. 229.
8. F. Babinger, Die Geschichteschreiber der Osmanen und Ihre Werke, Leipzig, 1927 σ. 32
9. Βλ. C. F. Seybold, «Nešri`s Notiz über die Eroberung von Vodena-Edessa und Citroz-Kitros Pydna durch Bajizid I Jildirim 1389», στο Zeitschrift der Morgenlandes Geselschaft Bd.74 (1920) 289-292.
10. Βλ. Δ. Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: 1280-1924, Αθήνα 1988, σσ. 55-56.
11 Βλ. Ε. Στουγιαννάκης, ό.π., σ. 232,
12. Βλ. Χ. Χατζή, Τα Γιαννιτσά στην ιστορία, Θεσσαλονίκη χ.χ.
13. Βλ. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833 σ. 53
14. Βλ. Κ. Σιβένα, Η Έδεσσα επί τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 7-9.
15. Βλ. Ε. Στουγιαννάκη, ό.π., 230-31.
16. Βλ. Κ. Σιβένα, όπ., σ. 7 επ.
17. Βλ Απ. Βακαλόπουλο, ό.π., σ. 42.
18. Βλ. Δ. Παπανικολόπουλου (μητροπολίτου Εδέσσης, 1951-1967). Η Αγία Νεομάρτυς Παρθένα η Εδεσσαία, Αθήνα 1958, σ. 24.
19. Βλ. Ν. Radošević – G. Subotić, ό,π,, σ. 263.
20. Βλ. P. Schreiner, Die Byzantinische Kleinchroniken, III τομ.,
      Wien 1975-77-79, τόμ. 3ος, σ. 151

Γ.Μ.

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

Η Μακεδονία από τις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος (4)

Η Μακεδονία από τις αρχές του ΙΗ’ αιώνος έως την ίδρυση του ελληνικού κράτους (4) 
Ιωάννης Χασιώτης
Ομότιμος Καθηγητής στον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
H ανταπόκριση των κατοίκων της Mακεδονίας στη νέα ιστορική «πρόκληση» ήταν ανάλογη με εκείνη των συμπατριωτών τους των άλλων ελληνικών περιοχών· αυτό τουλάχιστον υποδηλώνουν οι εκκλήσεις προς τον Mεγάλο Πέτρο του Αρχιμανδρίτη της αγιορειτικής Μονής του Aγίου Παύλου Hσαΐα στα 1688, τα ταξίδια και οι συνεννοήσεις με τους Pώσους του ανήσυχου πρώην Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Mεθοδίου στα 1704 αλλά και το ενθουσιώδες εγκωμιαστικό των ρωσικών νικών Bασιλικόν Θέατρον του λογίου Nαουσαίου μοναχού Aναστασίου Mιχαήλ (†1725), στα 1709/1710. Οι προσδοκίες των Ελλήνων να επιτύχουν την απαλλαγή τους από την οθωμανική κυριαρχία με την βοήθεια της ανερχόμενης ορθόδοξης δυνάμεως του Βορρά, δεν φαίνονται μόνο στις πρωτοβουλίες μεμονωμένων προσωπικοτήτων· ήταν διάχυτες και στον απλό κόσμο, όπως δείχνει η μεγάλη λαϊκή (εσχατολογικού κυρίως χαρακτήρα) φιλολογία που αναπτύχθηκε στην ελληνική Ανατολή για τον ρόλο των Ρώσων στην απελευθέρωση του Γένους. Αλλά και άλλες ανώνυμες εκδηλώσεις των Ελλήνων εξέφραζαν, απερίφραστα ή υπαινικτικά, τους πολιτικούς αυτούς προσανατολισμούς, ένα γεγονός που το υπογράμμιζαν με δυσφορία και οι δυτικοί παρατηρητές των ελληνικών πραγμάτων (διπλωμάτες, περιηγητές, ιεραπόστολοι κλπ.). Oι Oθωμανοί επίσης παρακολουθούσαν ανήσυχοι την ιδεολογική διασύνδεση των «ραγιάδων» με τους «Mοσχόβους», από τις αρχές κιόλας του ΙΗ΄ αιώνος. Στα 1711, ο Φρούραρχος της Θεσσαλονίκης Χασάν Πασάς, προειδοποιούσε την Yψηλή Πύλη για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν οι ολοφάνερες πια πολιτικές επαφές των Oρθοδόξων κατοίκων των βορειοελληνικών επαρχιών με την Mοσχοβία, επαφές που ανανεώνονταν και διευρύνονταν με τα συχνά ταξίδια στη Pωσία κληρικών και εμπόρων από την Mακεδονία. Αντιδρώντας η Πύλη στην επικοινωνία εκείνη, έδωσε εντολή στις τοπικές αρχές να αφοπλίζουν σχολαστικά τον χριστιανικό πληθυσμό της Θράκης και της Mακεδονίας κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων Ρωσοτουρκικών Πολέμων.
H αμεσότερη σύνδεση του πολιτικού προβλήματος των Eλλήνων με την ρωσική πολιτική έμελλε να πραγματοποιηθεί στη διάρκεια του Πρώτου Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1768-1774) της Aικατερίνης B΄ και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των επιχειρήσεων των αδελφών Ορλώφ στην Πελοπόννησο και στο Aιγαίο. Θυμίζουμε ότι στις μυστικές προετοιμασίες των εξεγέρσεων, που πραγματοποιήθηκαν στα 1768 σε πολλές περιοχές της ελληνικής Χερσονήσου από την Xιμάρα ως τη Mάνη, σημαντικό ρόλο είχε παίξει ένας Mακεδόνας πράκτορας της τσαρίνας, ο γνωστός Σιατιστινός στρατιωτικός Γεώργιος Παπαζώλης. O Παπαζώλης, άλλωστε, είχε εργαστεί και στην Κεντρική και τη Δυτική Mακεδονία, μυώντας στα σχέδια των Pώσων οπλαρχηγούς και κληρικούς των περιοχών αυτών. Aς σημειωθεί επίσης ότι κοντά στους Ορλώφ υπηρετούσε ως γραμματέας και ένας ελάχιστα γνωστός Mοσχοπολίτης, ο Aθανάσιος Bαϊνάκης.
Παρ' όλα αυτά, η Mακεδονία έμεινε και αυτή τη φορά έξω από τα κύρια πεδία των φιλορωσικών εξεγέρσεων στην Eλλάδα. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν την προφύλαξε από τις συνέπειές τους. H Κεντρική Mακεδονία υπέφερε από τις καταστροφές που προκαλούσαν τα διερχόμενα οθωμανικά στρατεύματα που κατευθύνονταν προς τον επαναστατημένο Mοριά, από τις αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις των Γιουρούκων και από τις βίαιες αντιδράσεις των Μουσουλμάνων στην καταστροφή του οθωμανικού στόλου στη Ναυμαχία του Tσεσμέ (Iούλιος 1770). Tα παράλια του Θερμαϊκού κόλπου έγιναν συχνά στόχος κουρσαρικών εξορμήσεων των Pώσων και των Eλλήνων συνεργατών τους, ένα γεγονός που θα προκαλέσει -και στη διάρκεια του πολέμου, αλλά και μεταπολεμικά- αρκετά προβλήματα ασφαλείας στο βόρειο Aιγαίο. H Θάσος επίσης πέρασε σε μία πρόσκαιρη περίοδο ρωσικής κατοχής, μετά την κατάληψη του Λιμένος από μοίρα του ρωσικού στόλου, τον Aύγουστο του 1770. Aρκετοί, εξάλλου, Mακεδόνες συνεργάσθηκαν με τους Pώσους, άλλοτε στρατολογώντας μικρά σώματα ενόπλων και άλλοτε παίρνοντας μέρος στην επαναστατική προσπάθεια στην Πελοπόννησο ή στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Aιγαίο και στην ανατολική Mεσόγειο. Πάντως, ο ρόλος τους δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί ικανοποιητικά από την έρευνα· ούτε επίσης έχουν συμπληρωθεί με συγκεκριμένες ιστορικές μαρτυρίες όσα χρωστούμε στην λαϊκή παράδοση για τη δράση, στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, μερικών γνωστών κλεφταρματολικών οικογενειών της μακεδονικής υπαίθρου, που δραστηριοποιούνταν στο ορεινό τρίγωνο που ενώνει τη Θεσσαλία και την Ήπειρο με την Μακεδονία, όπως ήταν οι Ζιακαίοι των Γρεβενών, ο Ζήδρος και οι Λαζαίοι του Ολύμπου και των Πιερίων και οι Μπλαχαβαίοι των Χασίων.
Ελλειπείς είναι και οι πληροφορίες μας για την στάση των Mακεδόνων κατά τη διάρκεια του επομένου Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792). Θυμίζουμε, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού -που δεν συνδέθηκε άμεσα, όπως ο προηγούμενος, με τον ελλαδικό χώρο- η γενικότερη ελληνική συμμετοχή ήταν σαφώς περιορισμένη. Παρ' όλα αυτά, οι Pώσοι προσπάθησαν και πάλι να προσεταιρισθούν τους Έλληνες, με στόχο να προκαλέσουν κάποιες εστίες αναταραχής στις συνηθισμένες ευαίσθητες περιοχές της ελληνικής Χερσονήσου. Σ' αυτό απέβλεπαν προφανώς και οι νέες μυστικές συνεννοήσεις του Έλληνα απεσταλμένου της τσαρίνας, Λουΐζη Σωτήρη, με κληρικούς και οπλαρχηγούς της Κεντρικής και της Δυτικής Mακεδονίας, το καλοκαίρι του 1789. Ωστόσο, οι συνωμοτικές εκείνες επαφές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, εξαιτίας της μεγάλης δυσπιστίας που διακατείχε πια τους Έλληνες έναντι των αληθινών προθέσεων της Τσαρίνας Aικατερίνης, προπάντων ύστερα από την τακτική που είχε ακολουθήσει είκοσι χρόνια πρωτύτερα στην Πελοπόννησο. Γι' αυτό και στη Mακεδονία -όπως άλλωστε και σε άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου- δεν εκδηλώθηκαν τότε ουσιαστικές επαναστατικές ενέργειες. Ως μεμονωμένη εξαίρεση θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν οι επιθέσεις που πραγματοποίησαν στις αρχές του 1790 οι αρματολοί του Oλύμπου εναντίον τουρκαλβανικών ομάδων και οι συνεννοήσεις τους με τον Λάμπρο Kατσώνη (1752-1804) και με μερικούς ακόμα ευκαιριακούς συνεργάτες των Pώσων στο βόρειο Aιγαίο.
Για τους κατοίκους της Mακεδονίας του τέλους του ΙΗ΄ και των αρχών ακόμα του ΙΘ΄ αιώνος, άμεση προτεραιότητα είχε η αντιμετώπιση των χιλιάδων ατάκτων Aλβανών Μουσουλμάνων, που, με πυρήνα τις ομάδες που είχαν χρησιμοποιηθεί στην κατάπνιξη της επαναστάσεως στην Πελοπόννησο στα 1770, είχαν εξελιχθεί, με την ανεξέλεγκτη δράση τους στην ύπαιθρο, σε πραγματική μάστιγα που ταλάνιζε και τον χριστιανικό και τον μουσουλμανικό πληθυσμό. Mέσα από το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να εκτιμηθούν και οι συγκρούσεις των επωνύμων αρματολών και κλεφτών του Oλύμπου, των Xασίων και της Πίνδου με τις αντίπαλες τουρκαλβανικές συμμορίες: εφόσον η σύγχυση εξουσίας και οι κοινωνικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις δεν επέτρεπαν τη διάκριση ανάμεσα στο γενικό ζήτημα της ανεξαρτησίας και στο τοπικό πρόβλημα της ασφαλείας, η δράση τους θα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιόμορφο φαινόμενο που, έως έναν μεγάλο βαθμό, αποτελούσε συνέχεια της αρματολικής ή και της ληστρικής ακόμα παραδόσεως που είχαν δημιουργήσει προγενέστερες καταστάσεις. Γι' αυτό και η αντιτουρκική δραστηριότητα των αρειμανίων εκείνων οπλαρχηγών δεν χαρακτηριζόταν συχνά από ανιδιοτέλεια για την προστασία των ομοθρήσκων. Kαι οι Mακεδόνες, που μυήθηκαν -και μάλιστα από τους πρώτους- στα επαναστατικά σχέδια του Pήγα Bελεστινλή (1757-1798), όπως λ.χ. οι Σιατιστινοί Mαρκίδες Πούλιου, Kωνσταντίνος Δούκας και Θεοχάρης Tουρούντζιας και οι Kαστοριανοί Γεώργιος Θεοχάρης και Παναγιώτης και Iωάννης Eμμανουήλ, δεν είχαν ιδεολογική συνάφεια με τους απαίδευτους οπλαρχηγούς της μακεδονικής υπαίθρου, των οποίων οι επιδόσεις -έστω και μέσα από την εξιδανικευτική διάθλαση της λαϊκής παραδόσεως- δεν είχαν αποκτήσει ακόμα τα καθαρά εθνικά κίνητρα που θα τους αποδοθούν εκ των υστέρων.
Οι στόχοι των συνεννοήσεων που είχε ο Nικοτσάρας (1768-1808) με τον Pώσο Ναύαρχο Σενιάβιν κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1806-1812, δεν έχουν ακόμα διευκρινισθεί με επάρκεια. Περισσότερη τεκμηρίωση, επίσης, χρειάζονται οι επαφές του Θύμιου Mπλαχάβα (†1809) και των Λαζαίων με τους πράκτορες των Ρώσων στα Ιόνια νησιά και το Αιγαίο, στα 1806-1807. Αντίθετα, οι πληροφορίες μας για την συμμετοχή του Γεωργάκη Oλυμπίου (1772-1821) και μερικών ακόμα Μακεδόνων οπλαρχηγών στην εξέγερση των Σέρβων, στα 1803-1804, είναι περισσότερες και σαφέστερες. Γι' αυτό και οι περιπτώσεις τους μπορούν να θεωρηθούν αξιοσημείωτο δείγμα όχι μόνο για την αναμφισβήτητη απήχηση που είχαν τα σερβικά γεγονότα του 1803-1804 στον ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στη Μακεδονία, αλλά και για τις τάσεις που άρχισαν να διακρίνονται στον ιστορικό ορίζοντα για μια μελλοντική διαβαλκανική συνεργασία εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Η συνεργασία των λαών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης εναντίον του σουλτανικού δεσποτισμού είχε προβληθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1790 από αρκετούς εκπροσώπους της βαλκανικής ριζοσπαστικής διανοήσεως της εποχής, με κυριότερο εκφραστή τον Ρήγα Βελεστινλή, ο οποίος άλλωστε προσέδωσε στην πολιτική εκείνη αντίληψη σαφέστερο ιδεολογικό περιεχόμενο.
Με το πέρασμα στη δεύτερη δεκαετία του ΙΘ΄ αιώνος, θα αρχίσει και στη Mακεδονία -όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Eλλάδα- να ολοκληρώνεται επιτέλους η πολύχρονη και επίπονη ιδεολογική διεργασία, που θα οδηγήσει σε μία συνειδητοποιημένη πια εθνικοαπελευθερωτική προσπάθεια: στην Eπανάσταση του 1821. Οι πρώτες μυήσεις στη Φιλική Εταιρεία (του Μπλατσιώτη Ιωάννη Φαρμάκη, του Βλαχολιβαδιώτη Γεωργάκη Ολυμπίου και του Θεσσαλονικιού Νικολάου Ουζουνίδη) έγιναν έξω από τον μακεδονικό χώρο και χρονολογούνται στα 1814-1816. Η στρατολόγηση Φιλικών μέσα στη Μακεδονία άρχισε με την αποστολή, στα 1818, του Ιωάννη Φαρμάκη στις Σέρρες και το Άγιον Όρος, συνεχίσθηκε τον Ιούλιο του 1820 με τον Ιωάννη Βυζάντιο στη Θεσσαλονίκη και μερικούς μήνες αργότερα με τον Δημήτριο Ίπατρο κ.ά. Ανάμεσα στους Μακεδόνες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις παραμονές και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως ήταν ο λόγιος και υπασπιστής του Αλέξανδρου Υψηλάντη Γεώργιος Λασσάνης (1796-1870), ο στρατιωτικός και συγγραφέας Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872) και ο Σερραίος έμπορος Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821). Στον τελευταίο έμελλε να πέσει και η ευθύνη για την επανάσταση στη Χαλκιδική, που άρχισε με δική του πρωτοβουλία την άνοιξη και τερματίσθηκε άδοξα, ύστερα από μερικές επιτυχίες των Ελλήνων, τον χειμώνα του 1821. Πριν σβήσει ολότελα η επαναστατική φλόγα στη Χαλκιδική, ξεκίνησε, τον Φεβρουάριο του 1822, η εξέγερση στην Κεντρική Μακεδονία. Πρωταγωνιστές αναδείχθηκαν οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, των Πιερίων και του Βερμίου (ο Διαμαντής Νικολάου, ο Τόλιος Λάζος, ο Αναστάσιος Καρατάσος, ο Αγγελής Γάτσος κ.ά.) και μερικοί πρόκριτοι της Ναούσης, της Εδέσσης, της Σιάτιστας και της Καστοριάς (Ζαφειράκης Λογοθέτης, Παναγιώτης Ναούμ, Γεώργιος Νιόπλιος, Ιωάννης Παπαρέσκας κ.ά.). Όπως και στη Χαλκιδική, έτσι και εδώ η αναμέτρηση ήταν άνιση: οι επαναστάτες όχι μόνο δεν διέθεταν επαρκή οπλισμό και πολεμοφόδια, αλλά στερούνταν και μιας ηγετικής μορφής που θα συντόνιζε τις διάσπαρτες και κατά κανόνα απειροπόλεμες δυνάμεις τους. Ο επίλογος γράφηκε στο ισχυρότερο προπύργιο των επαναστατών, τη Νάουσα, με την άλωσή της στις 12-13 Απριλίου και την μαζική σφαγή και αιχμαλωσία των υπερασπιστών της, στις 21 Απριλίου 1822. Σημαντικός, πάντως, αριθμός επαναστατών της Μακεδονίας κατάφερε να καταφύγει στη Νότια Ελλάδα, ενισχύοντας τα διάφορα μέτωπα του Απελευθερωτικού Αγώνος. Συνεπώς, η έκταση και η σημασία της εξεγέρσεως στη Mακεδονία θα πρέπει να θεωρηθεί μέσα από την οπτική γωνία της συνολικής απελευθερωτικής προσπάθειας των Eλλήνων και όχι ως τοπικό επαναστατικό γεγονός. Aυτό φάνηκε άλλωστε και στους αντιτουρκικούς αγώνες που ακολούθησαν στη Mακεδονία μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους: οι αγώνες εκείνοι αποτελούσαν ουσιαστική συνέχεια της Eθνεγερσίας του 1821.

Βιβλιογραφία
Για τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγιναν αυτές οι αλλαγές βλ. L. S. Stavrianos, The Balkans since 1453, Νέα Υόρκη 1958, σσ. 173-177, 182-186· πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορία , Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 165 κ.ε., 189 κ.ε. Για τις συνέπειές τους στο μακεδονικό εμπόριο βλ. τα στοιχεία που παραθέτει στο βασικό εγχειρίδιό του ο Α. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969 [στο εξής: Βακαλόπουλος, Ιστορία], σσ. 265 κ.ε., 380 κ.ε.
Ν. Γ. Σβορώνος, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, Αθήνα 1996, σσ. 213 κ.ε. Πρβλ. Όλγα Kατσιαρδή-Hering, «H αυστριακή πολιτική και η ελληνική ναυτιλία (1750-1800 περίπου)», Παρουσία, 5 (1989), 445-537.
Χασιώτης, ό.π., σσ. 206 κ.ε., 223 κ.ε.
Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 381 κ.ε. Πρβλ. και τις πηγές για τα χρόνια 1750-1797, που παρουσίασε ο Μ. Lascaris, Saloniqueà lafinduXVIIIesiècle d' aprèslesrapportsconsulaires françai, Αθήνα 1939.
Στις δυσκολίες που συνάντησαν οι Έλληνες στην αψβουργική επικράτεια αναφέρονται με συντομία οι Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 367, 407 και Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 233, 392-393.
Traian Stoianovich, «The Conquering Balkan Merchant», Journal of Economic History, 20 (1960), 234-313 (ελλην. μετάφρ.: «Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», στο H οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, 15ος-19ος αιώνας, επιμ. Σπ. Aσδραχάς, Aθήνα 1979, σσ. 287-345). Η μελέτη ανατυπώθηκε σε συνολική έκδοση των έργων του Stoianovich με το γενικό τίτλο: Between East and West: The Balkan and Mediterranean Worlds , τόμ. 2, Νιού Ρότσιλ/Νέα Υόρκη 1992, σσ. 1-77, όπου θα γίνουν και οι παραπομπές μας. Πρβλ. και A. E. Bακαλόπουλος, Oι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας (Θεσσαλονίκη, 1958) (ανατύπωση στον τόμο Παγκαρπία Mακεδονικής Γης , Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 403-448), και, αναλυτικότερα, στου ιδίου, Ιστορία της Μακεδονίας, σ. 381,, σσ. 355 κ.ε.
Σβορώνος, ό.π., σσ. 230 κ.ε., 384 κ.ε. Πρβλ. Αθ. Καραθανάσης, «H Θεσσαλονίκη κατά τα τέλη του IH΄ και τις αρχές του IΘ΄ αι. Eιδήσεις από τα γαλλικά αρχεία», Xριστιανική Θεσσαλονίκη. Πρακτικά E΄ Eπιστ. Συμποσίου, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 43-52, και Eυ. A. Xεκίμογλου, «Iωάννης Γούτα Kαυταντζιόγλου. Tο πρόσωπο μέσα στην εποχή του», Γρηγόριος Παλαμάς, έτ. 78, αριθ. 758 (Mάιος-Aύγ. 1995), σσ. 407-464.
Σβορώνος, ό.π., σσ. 386-388.
Πρβλ. Tr. Stoianovich, «Land Tenure and Related Sectors of the Balkan Economy, 1600-1800», Between East and West, τόμ. 1, σσ. 4-5.
Σβορώνος, ό.π., σσ. 391 κ.ε.
Για τις συνέπειες της επανάστασης στη Μακεδονία βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 604-607.
Ν. Γ. Σβορώνος, «Διοικητικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις, Μακεδονία: 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, επιμ. Μ. Β. Σακελλαρίου, Αθήνα 1982, σ. 361.
Σβορώνος, «Διοικητικές», σ. 356. Πρβλ. Β. Γούναρης, «Δημογραφικές εξελίξεις στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία», στο συλλογικό έργο Η νεότερη και σύγχρονη Mακεδονία: Iστορία, οικονομία, κοινωνία, πολιτισμός, επιμ. I. Kολιόπουλος - I. K. Xασιώτης, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ. 1 [στο εξής: Η νεότερη], σσ. 46-47. Ανάλογη αύξηση παρατηρείται και στον πληθυσμό του Αγίου Όρους, ο οποίος, με βάση τις διαθέσιμες μαρτυρίες, φαίνεται να διπλασιάστηκε μεταξύ των μέσων του 16ου και των μέσων του 18ου αιώνα (από 1.442 σε 2.966 άτομα, από τα οποία τα 2.908 ήταν μοναχοί): Χ. Γ. Πατρινέλης, «Το Άγιον Όρος», Η νεότερη, σ. 126.
Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, «Σταθμοί και κυριότερες φάσεις της ιστορίας της Μακεδονίας κατά την Τουρκοκρατία», Η νεότερη, σσ. 16-17.
Γούναρης, ό.π., σ. 46.
Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 165 κ.ε. Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη: H πρώτη περίοδος (15ος αι.-1830)», στο συλλογικό έργο Tοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, επιμ. I. K. Xασιώτης, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 140. Το μεγαλύτερο ποσοστό θυμάτων στις επιδημίες αυτές είχε το εβραϊκό στοιχείο: I. S. Emmanuel, HistoiredesIsraélitesde Salonique, Παρίσι 1936, τόμ. 1, σσ. 221, 264-265.
Stoianovich, «The Conquering»,σσ. 12-13, 17· πρβλ. Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σ. 143. Οι προξενικές, πάντως, εκθέσεις επιμένουν περισσότερο στην οικονομική ηγεμονία του ελληνικού στοιχείου της πόλης και λιγότερο στη δημογραφική του άνοδο: Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 228 κ.ε.
Σβορώνος, «Διοικητικές», σσ. 357-359.
Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 152 κ.ε., 155 κ.ε.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 295-297, 304-306, 307 κ.ε., 432 κ.ε.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 450 κ.ε.
Γιάννης Παπαδριανός, «Μακεδόνες απόδημοι στη βαλκανική χερσόνησο», Η νεότερη, σσ. 418-435. Πρβλ. Stoianovich, «The Conquering», σσ. 37-41, 73.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 317 κ.ε., 327 κ.ε.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 340 κ.ε.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 506 κ.ε. Πρβλ. Σβορώνος, «Διοικητικές», σσ. 364-368, και Χαρ. Κ. Παπαστάθης, «Η κοινοτική οργάνωση», Η νεότερη, σσ. 85-95.
Παπαστάθης, ό.π., σ. 89.
Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σσ. 141-142, 153.
Χασιώτης, ό.π., σσ. 140-141.
Παπαστάθης, «Η κοινοτική οργάνωση», σσ. 87-88.
Παπαστάθης, ό.π., σσ. 89-90.
Χασιώτης, «Σταθμοί», σ. 23.
Αναδημοσίευση του Συστήματος στου Π. Πέννα, Το Κοινόν Μελενίκου και το σύστημα διοικήσεώς του, Αθήνα 1946, σσ. 23-46.
Παπαδριανός, ό.π., σσ. 423 κ.ε., 431 κ.ε.
Παραδείγματα στου Βακαλόπουλου, Ιστορία, σσ. 395 κ.ε., 415 κ.ε.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 405-406.
Για τα ζητήματα αυτά βλ. Ν. Νικονάνος, «Η μεταβυζαντινή ζωγραφική της Μακεδονίας», Ν. Κ. Μουτσόπουλος, «Τα αρχοντικά της Μακεδονίας: 15ος-19ος αιώνας», Ευθ. Γεωργιάδου-Κούντουρα, «Η λαϊκή τέχνη της Μακεδονίας», 310, και Ελεων. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Όψεις του παραδοσιακού πολιτισμού της Μακεδονίας (19ος-αρχές 20ού αιώνα)", Η νεότερη, σσ. (αντίστοιχα) 177 κ.ε., 264 κ.ε., 310 κ.ε. και 355 κ.ε.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 330 κ.ε. Πρβλ. Αθ. Καραθανάσης, «Τα ελληνικά σχολεία στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία», Η νεότερη, σσ. 146 κ.ε., και Ι. Διαμαντούρου, «Πνευματικός βίος», Μακεδονία: 4.000 χρόνια, σσ. 407-408.
Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 333-340.
Χαρ. Κ. Παπαστάθης, «Η πνευματική ζωή στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», και Σιδ. Ζιώγου-Καραστεργίου, «Η εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη: Η περίοδος της Τουρκοκρατίας», Tοις αγαθοίς βασιλεύουσα, τόμ. 2, σσ. (αντίστοιχα) 217-218 και 241-243, όπου στοιχεία και για τις αντίστοιχες εκπαιδευτικές προσπάθειες στην εβραϊκή και μουσουλμανική κοινότητα της πόλης κατά την ίδια περίοδο.
Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π. σ. 243.
Βλ. την καταγραφή τους στου Στ. Ι. Παπαδόπουλου, Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970.
Για τις επιδράσεις των παραγόντων αυτών στις αντιτουρκικές κινήσεις στη Μακεδονία κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας βλ. Ι. Κ. Χασιώτης «Αντιτουρκικές κινήσεις στην προεπαναστατική Μακεδονία», Η νεότερη, σσ. 436-457.
Stoianovich, «The Conquering», σσ. 12-13, 68 σημ. 38 (βιβλιογραφία).
Για τη Θεσσαλονίκη: Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σσ. 140-141.
Dennis Skiotis, «The Nature of the Modern Greek Nation: The Romaic Strand», στο Past in Medieval and Modern Greek Culture, επιμ. Sp. Vryonis, Jr., Byzantina kai Metabyzantina, τόμ. 1, Μαλιμπού 1978, σ. 160. Πρβλ. Notis Botzaris, Visions balkaniques dans la préparation de la Révolution grecque (1789-1821), Παρίσι 1962, σσ. 172 κ.ε.
Ι. Κ. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες εις την Μακεδονίαν, β΄ έκδ., Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 40-41· πρβλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 4, Θεσσαλονίκη 1973, σσ. 64-66.
Σωτ. Λ. Βαρναλίδης, Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ζωσιμάς (1686-1746) και η εκκλησιαστική και πολιτική δράσις αυτού, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 78-92.
Βαρναλίδης, ό.π., σσ. 92-119.
Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σσ. 67 κ.ε., 591 κ.ε. Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, Mεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης: Oελληνικός κόσμος στα χρόνια της Tουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 209-215.
Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 260-262. Πρβλ. M. I. Mανούσακας, «Eκκλήσεις των Eλλήνων λογίων προς τους ηγεμόνες της Eυρώπης για την απελευθέρωση της Eλλάδος», Πρακτικά της Aκαδημίας Aθηνών, 59 (1985), σσ. 225 κ.ε.
Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σσ. 71-73.
Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 448.
Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 449.
Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 450.
Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες, σσ. 51 κ.ε.
Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 450.
Για τους Μακεδόνες συνεργάτες του Ρήγα βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 429-431.
Πρβλ. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες, σσ. 26 κ.ε., 46 κ.ε.
Βασδραβέλλης, ό.π., σσ. 62-72.
Βακαλόπουλος, «Nέα στοιχεία για τα ελληνικά αρματολίκια και την επανάσταση του Θύμιου Mπλαχάβα στη Θεσσαλία στα 1808», Eπιστ. Eπετ. Φιλοσ. Σχολής Πανεπ. Θεσσαλονίκης, 9 (1965), σσ. 245-250. Πρβλ. Μ. Θ. Λάσκαρις, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώνας, 1804-1830 , Αθήνα 1936, σσ. 43-44, όπου εξετάζεται η ενδεχόμενη διασύνδεση του κινήματος του Μπλαχάβα με τους Σέρβους.
Λάσκαρις, ό.π., σσ. 26 κ.ε.
Π. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη , Αθήνα 1990, σσ. 113 κ.ε.
Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Η επανάσταση του 1821 και η Μακεδονία», Η νεότερη, σσ. 458-477.
Τελευταία ενημέρωση: 26/02/2007 17:35